Tuesday, June 16, 2009

Αρχηγέται τών Βασιλικών οίκων, απόγονοι Θεών

Ή εποχή τού γένους τών Η Μ Ι Θ Ε Ω Ν, ξεχωρίζει από τήν πολεμική ικανότητα καί αρετή τών Αρίων Ελλήνων πού θά καταβάλλει τούς πάντες.Οί Θεοί εποίησαν πρώτον τό χρυσούν γένος τών Ελλήνων, έπειτα τό αργυρούν καί τρίτον τό χαλκούν γένος. Μετά εποίησαν τό γένος τών Ηρώων ή Ημιθέων καί τέλος τό σιδηρούν γένος, ήτοι τούς παρόντας.
Αυτές οί γενεές πού έζησαν πρίν τόν πολυθρύλιτο πόλεμο είναι ίσως οί σπουδαιότερες τής Ελληνικής Ιστορίας. Αποτελούν τό γένος τών Ημιθέων καί τού Χάλκινου τών Θνητών. Σέ αυτήν τήν περίοδο οί Έλληνες Άριοι επικράτησαν όλου τού γνωστού κόσμου κατακράτος. Ή ζωή αυτών τών Ηρωών υπήρξε πρότυπο ανδρείας καί αρετής, καί γενικώς απετέλεσε τόν Ελληνικό πρότυπο ζωής. Οί αρχηγέται όλων τών Βασιλικών οίκων ήσαν απόγονοι Θεών :
• Ό Περσεύς όστις ανήκεν είς τό Βασίλειον γένος τού Άργους, εγεννήθη έκ τού Διός καί τής Δανάης, θυγατρός τού βασιλέως τού Άργους Ακρισίου.
• Ό Ήρακλής όστις ανήκον είς αυτό τό γένος, έκ τού Διός καί τής Αλκμήνης, θυγατρός μέν τού Ηλεκτρύωνος γυναίκας δέ Αμφιτρύωνος τού εγγονού τού Περσέως.
• Ό Κάστωρ καί ό Πολυδεύκης δίδυμοι αδελφοί ανήκοντες είς τήν Λακωνική γενεά ήσαν γόνοι Διός καί ονομάζονταν Διόσκουροι.
• Ό Πελίας καί Νηλεύς αδελφοί δίδυμοι, ανήκοντες είς τό Βασίλειον γένος τής έν Θεσσαλία Ιωλκού ήσαν παίδες τού Ποσειδώνος.
• Ό Αιθαλίδης υιός τού Ερμού έκ Θεσσαλίας. Τού Ερμού επίσης υιοί ήσαν οί Θεσσαλοί Εύρυτος καί Εχίων.
• Ό Ιαλμενός έκ Βοιωτίας υιός τού Άρεως.
• Ό Ίδμων καί ό Ναύπλιος υιοί Ποσειδώνος ανήκοντες είς τήν γενεάν τού Άργους.
• Υιός τού Γλαύκου βασιλέας τής Κορίνθου καί εγγονός τού Σισύφου ήταν ό Ιππόνοος αλλά εξαιτίας τού αθέλητου φόνου τού αδελφού του ή κάποιου ευγενούς τής Κορίνθου κατ’άλλους, ονομάσθη Βελλεροφόντης ή Βελλεροφών. Γιά τόν λόγο αυτόν εκπατρίσθη καί πήγε στήν Τίρυνθα στόν Βασιλέα Προίτο, τού οποίου ή γυναίκα Σθενεβοία τόν αγάπησε παράφορα καί επειδή ό Βελλερεφόντης αρνήθηκε τόν έρωτά της, εκείνη τόν συκοφάντησε στόν άνδρα της. Ό Προίτος τότε τόν έστειλε στόν πεθερό του Ιοβάτη Βασιλέα τής Λυκίας. Εκεί ό Βελλερεφόντης σκότωσε τό τέρας Χίμαρα μέ τόν Πήγασο (τόν πήγασο τόν είχε δαμάσει μέ τήν βοήθεια τής Αθηνάς) καί παντρεύτηκε τήν Φιλονόη κόρη τού Ιοβάτη. Από εκείνην απέκτησε τόν Ίσανδρο, τόν Ιππόλοχο καί τήν Λαοδάμεια. Ό Δίας τόν γκρέμισε στήν γή, επειδή θέλησε μέ τόν Πήγασο νά φθάσει είς τούς ουρανούς. Από τότε έμεινε κουτσός καί τυφλός. Ό Πεσεύς επιχειρεί νά σκοτώσει τήν Μέδουσα καί ό Θεογένης μέ τήν εξαίσια ρώμη του, έλαβε 1400 στεφάνους καί ήταν νικητής σέ όλους τούς αγώνες.
• Ό Κέκροψ μισός ανήρ καί μισός τέρας ήτο ό πρώτος Βασιλέας τής Αθήνας.
• Ό Κάδμος παντρεύτηκε τήν Αρμονία θυγατέρα τού Άρεως καί Αφροδίτης καί απέκτησε τήν Ινώ, τήν Σεμέλη, τήν Αγαύη, τήν Αυτονόη. Ό Κάδμος ήτο εγγονός τού Ποσειδώνους. Προιστορικές μαρτυρίες συνδέουν τόν Κάδμο μέ τήν Βοιωτία. Κατά μεταγενεστέρας παραδόσεις ό Κάδμος εμφανίζεται υιός τού Αγήνορος καί τής Τηλεφάσσης, αδελφός τής Ευρώπης, τού Κίλικος καί τού Φοίνικος. Άλλοι αναφέρουν ώς μητέρα του τήν Αργιόπη καί ώς αδελφό του τόν Θάσο (εκτός τού Φοίνικος καί Κίλικος).
• Ό Αγήνωρ μετά τήν αρπαγή τής Ευρώπης από τόν Δία, διέταξε τούς υιούς αυτού νά αναζητήσουν τήν αδελφή των καί νά μήν επιστρέψουν δίχως αυτήν. Οί περιπλανήσεις των δέν πέτυχαν τόν σκοπό των καί γιαυτό εγκαταστάθησαν σέ άλλους τόπους, όπου έγιναν ιδρυταί αποκιών καί πόλεων (Ηρόδοτος, Σικελιώτης).
Μερικές από αυτές πήραν καί τήν ονομασία των από τόν αρχηγό τής αποστολής :
• Φοινίκη από τόν Φοίνικα
• Κιλικία από τόν Κίλικα
• Θάσος από τόν Θάσο
• Καδμία από τόν Κάδμο (Θήβα).
Τά σχετικά μέ τόν Κάδμο καί τήν Θήβα παραδίδονται γιά πρώτη φορά από τόν Ευριπίδη ό οποίος χρησιμοποιεί παλαιότερες πήγες. Αργότερα ό Κάδμος μέ τήν Αρμονία εγκατελείπουν τήν Θήβα αφήνοντας τήν Βασιλεία στόν υιό αυτού Πολύδωρο καί επήγαν στήν Ήπειρο. Κατόπιν γέννησε τόν Ιλλυριό πού ήταν καί ό τελευταίος υιός του.
Ή Ιλλυρία αποτελούνταν από φυλές πού απάρτιζαν τό Ιλλυρικό έθνος :
1. Εγχελεάς από τόν Εγχελέα υιό τού Ιλλυριού
2. Αυταριάτας από τόν Αυταριάτη υιό τού Ιλλυριού
3. Δαρδάνους από τόν Δάρδανον υιό τού Ιλλυριού
4. Μαίδους από τόν Μαίδο υιό τού Ιλλυριού
5. Ταυλαντίνους από τόν Ταυλαντίνο υιό τού Ιλλυριού
6. Περραιβούς από τόν Περραιβό υιό τού Ιλλυριού.
Οί Ιλλυριοί στόν τρωικό πόλεμο είναι μέ τό μέρος τών Αχαιών μέ αρχηγούς τόν Ελεφήνορα καί Χαλκόδοντα. Απόγονος τού Ινάχου (υιός τού Ουρανού) ήταν ό Πελασγός καί Γελάνορας, ό οποίος Γελάνορας ήτο Βασιλέας τού Άργους. Αυτόν τόν διαδέχθη στόν Θρόνο τού άργους ό Δαναός πού καταγόταν από τόν Ήλιο ή τόν Απόλλωνα. Στό Άργος έκτισε ακρόπολι καί ναό τού Απόλλωνος. Δίδαξε τούς Αργείους γεωργία καί έκαμε τήν χώρα εύφορη, μέ τίς πηγές πού ανεκάλυψε ή κόρη του Αμμώνη. Ό Δαναός έζησε γιά πολλά χρόνια καί πέθανε ειρηνικά σέ βαθεία γεράματα τιμώμενος από τούς Αργείους. Ό Όμηρος ονομάζει όλους τούς Έλληνες Δαναούς. Στό Άργος βέβαια τό όνομα συναντάται από τήν κόρη τού Βασιλέως τού Άργους Ακρισίου. Τήν Δανάη τήν ερωτεύθηκε ό Δίας καί εγεννήθη ό Περσέας. Ο Αίγυπτος από όπου προέρχεται καί ή Αίγυπτος ήταν αδελφός τού Δαναού. Ό Δαναός συναντάται στίς θρησκείες τών Αιγυπτίων (όπου ίδρυσε τό ιερό τού Άμμωνα ), τών Συρίων, Αμμοραίων καί τόν ταυτίζουν μέ τόν Θεό Ήλιο (Βαάλ, τόν Βήλο δηλαδή Ήλιο) καί προστάτη τής γεωργίας. Αυτή ή εξέλιση είναι απολύτως φυσιολογική. Γιά 2000 χρόνια ή Μυκηναϊκή Αυτοκρατορία από τήν Βαβυλώνα έως τήν Ιβηρική χερσόνησο επικρατούσε σέ στρατιωτικό, εμπορικό καί επομένος θρησκευτικό επίπεδο.
Είς τήν Φρυγίαν εκυβερνούσε ό Τάνταλος καί ο Πέλοψ είς τήν Πελοπόννησον. Υιός αυτού ό Μέγας Ατρέας καί εκείνου ό Αγαμέμνων. Ό Πέλοψ ήτο εγγονός τού Διός καί τής Ωκεανίδος. Υιός τού Αιόλου ήτο ό Αθάμας πού εβασίλευε στήν Βοιωτία Ορχομενού, λαβών σύζυγόν του τήν Θεά Νεφέλην πού εγέννησε τόν Φρίξον καί τήν Έλλην. Αργότερα εγκατέλειψε τήν Νεφέλην καί πήρε τήν Ινώ κόρη τού Κάδμου καί γέννησε τόν Λέαρχο καί Μελίκετην. Ή Ινώ προκάλεσε λοιμό καί οί Δελφοί συμβούλεψαν τόν Αθάμα νά σκοτώση τόν Φρίξο. Τότε ή Νεφάλη διά τού Ερμού δίδει τό χρυσόμαλλον δέρας διά τού οποίου ό Φρίξος καί ή Έλλη έφυγον μετέωροι. Ή Έλλη έπεσε στήν θάλασσα πού ονομάσθη «Έλλης- πόντος». Ό Φρίξος έφτασε στή Κολχίδα όπου ό Αιήτης υιός τού Ηλίου τόν νύμφευσε μέ τήν Χαλκιόπη. Ό Πελίας καί ό Νηλεύς υιοί τού Ποσειδώνος συμφώνησαν Βασιλέας τής Ιωλκού νά είναι ό Πελίας καί ό Νηλεύς ίδρυσε τήν Πύλο καί γέννησε 12 υιούς τών οποίων επιφανέστερος υπήρξε ό Νέστωρ. Ό Πελίας έστειλε τόν Ιάσωνα νά φέρει πίσω τό χρυσόμαλλον δέρας, διότι σύμφωνα μέ χρησμό θά τού έπερνε τόν Θρόνο. Ό Ιάσων αποδέχθη τήν πρόταση τού Πελία, χωρίς νά γνωρίζει ότι τό σχέδιο του ήταν νά σκοτωθεί από τόν Αιήτη ή τό τέρας πού φύλαγε τό δέρας.
Μέγιστος τών Ηρώων ό Η ρ α κ λ ή ς υιός τού Διός καί τής Αλκμήνης. Σέ βρεφική ηλικία έπνιξε δύο φοβερά φίδια πού έστειλε ή Ήρα γιά νά τόν σκοτώσουν αυτόν καί τόν αδελφό τού Ίφικλο. Έφηβος σκότωσε τό λιοντάρι στόν Κιθαιρώνα πού αποδεκάτιζε τά κοπάδια τού Θεσπιού.
Νυμφεύθηκε τήν Διηάνειρα καί αργότερα ερωτεύθηκε τήν Ιόλη. Ή Διηάνειρα ζήλευε καί τού έστειλε νά φορέσει χιτώνα ό οποίος ήταν δηλητηριασμένος μέ τό αίμα τού Νέσσου, χωρίς εκείνη νά τό ξέρει νομίζοντας ότι θά τόν προστατεύσει από τό νά ερωτευθή άλλην. Ό χιτώνας κόλλησε στίς σάρκες του καί απελπισμένος ανέβηκε στήν Οίτη όπου καί καιγόταν. Οί Θεοί όμως όταν οί φλόγες τόν τύλιξαν, τόν πήραν καί τόν ανέβασαν στόν Όλυμπο όπου ενυμφεύθη τήν Ήβη καί έμεινε Αθάνατος. Ό Ηρακλής ίδρυσε τά Άβδηρα ενώ ήταν καί Ολυμπιονίκης. Λεγόταν Αλκίδης, εγεννήθη είς τάς Θήβας καί τόν μεγάλωσε ό Τηλέφως. Μέ τόν Άβδηρο εκτέλεσε τόν 8ον άθλο του, όπου καί πέθανε ό Άβδηρος.
Ο Ηρακλής γεννήθηκε στη Θήβα. Από μικρό παιδί έδειξε την εξαιρετική δύναμη που διέθετε: Στη βρεφική του κούνια σκότωσε δύο φίδια που έστειλε εναντίον του η Ήρα (η οποία του φερόταν πάντα εχθρικά) και αυτό ήταν το πρώτο του κατόρθωμα. Όταν ενηλικιώθηκε πήρε μέρος στον πόλεμο των Θηβαίων κατά των Ορχομενίων, στον οποίο νίκησαν οι πρώτοι. Στον πόλεμο αυτόν ο Ηρακλής διακρίθηκε. Ο βασιλιάς της Θήβας Κρέονας για να τον τιμήσει του έδωσε για γυναίκα την κόρη του Μεγάρα. Μ’ αυτήν ο Ηρακλής απέκτησε τρεις γιους, τους οποίους όμως σκότωσε μαζί με τη μητέρα τους, σε μια έκρηξη παραφροσύνης που του προκάλεσε η Ήρα. Για να εξιλεωθεί απ’ αυτό το αμάρτημα, το μαντείο των Δελφών χρησμοδότησε πως έπρεπε να υπηρετήσει 12 χρόνια το βασιλιά της Τίρυνθας Ευρυσθέα. Κατά την παράδοση, τότε για πρώτη φορά η Πυθία ονόμασε τον ήρωα «Ηρακλέα», δηλαδή άνθρωπο που θα αποκτήσει δόξα εξαιτίας της Ήρας, ενώ ως τότε ονομαζόταν Αλκ(ε)ίδης.
Όταν ανδρώθηκε σκότωσε τόν Εργίνο καί πήρε γυναίκα του τήν Μέγαιρα. Τόν έπιασε μανία όμως μία ημέρα καί σκότωσε τήν ίδια καί τά παιδιά του. Γιά νά εξαγνισθή δέχθηκε νά υπηρετήση γιά δώδεκα χρόνια τόν Βασιλέα τής Τίρυνθας Ευρησθέα καί νά εκτελέση 12 φοβερούς άθλους.Υπακούοντας στο χρησμό ο Ηρακλής πήγε στην Τίρυνθα. Εκεί, του ανέθεσε ο Ευρυσθέας να εκτελέσει άθλους σχεδόν αδύνατους, τους οποίους όμως αν εκτελούσε, σύμφωνα με το χρησμό του μαντείου, θα γινόταν αθάνατος. Τα κατορθώματα αυτά, γνωστά ως «άθλοι του Ηρακλέους» είναι τα εξής:
1. Έπειτα από πάλη, έπνιξε με τα χέρια του το τρομερό λιοντάρι που λυμαινόταν την κοιλάδα της Νεμέας, και φόρεσε το δέρμα του.
2. Σκότωσε τη Λερναία Ύδρα, τέρας με εννιά κεφάλια, που ζούσε στα έλη της λίμνης Λέρνας. Επειδή μάλιστα από κάθε κεφάλι που έκοβε ο Ηρακλής φύτρωναν δύο νέα, κάλεσε σε βοήθεια τον ανιψιό του Ιόλαο, ο οποίος με αναμμένο δαυλί έκαιγε το σημείο από το οποίο κοβόταν το κεφάλι.
3. Καταδίωξε και έπιασε ζωντανή «την Κερυνίτιν έλαφον», με τα χάλκινα πόδια και τα χρυσά κέρατα, και την έφερε στον Ευρυσθέα.
4. Καταδίωξε και έπιασε ζωντανό τον Ερυμάνθιο κάπρο, αγριογούρουνο που ζούσε στο βουνό Ερύμανθος και κατέστρεφε καλλιέργειες και ζώα.
5. Καθάρισε μέσα σε μια μόνο μέρα την κοπριά από τους απέραντους στάβλους του Αυγεία, βασιλιά των Επειών της Ήλιδας. Για να το καταφέρει αυτό διοχέτευσε στους στάβλους τα νερά των ποταμών Αλφειού και Πηνειού.
6. Σκότωσε με το τόξο του τις Στυμφαλίδες όρνιθες, που ζούσαν στη λίμνη κοντά στην πόλη Στύμφαλο και τρέφονταν με ανθρώπινες σάρκες.
7. Έπιασε ζωντανό και μετέφερε στις Μυκήνες από την Κρήτη το μανιώδη ταύρο του βασιλιά Μίνωα.
8. Επίσης μετέφερε στις Μυκήνες τα ανθρωποφάγα άλογα του Διομήδη βασιλιά των Βιστόνων της Θράκης.
9. Αφού σκότωσε τη βασίλισσα των Αμαζόνων Ιππολύτη, πήρε τη ζώνη της και την έφερε στην κόρη του Ευρυσθέα.
10. Άρπαξε τα βόδια του Γηρυόνη, αφού σκότωσε τον ίδιο, τους φύλακες των βοδιών, το σκύλο και το βοσκό. Έφερε το κοπάδι στην Ελλάδα, αφού πέρασε την Ισπανία, τη Νότια Γαλλία, την Ιταλία και το Ιόνιο πέλαγος.
11. Έφερε στον Ευρυσθέα τα χρυσά μήλα από τον κήπο των Εσπερίδων.
12. Κατέβηκε από το Ταίναρο στον Άδη, όπου, με την άδεια του Πλούτωνα, πάλεψε με τον Κέρβερο, τον τερατώδη τρικέφαλο σκύλο που φρουρούσε την είσοδο του Άδη, και αφού τον νίκησε χωρίς όπλα, τον πήρε και τον έδειξε στον Ευρυσθέα.
Κατά τη 12χρονη θητεία του κοντά στον Ευρυσθέα για την εξιλέωσή του, ο Ηρακλής έκανε και άλλα κατορθώματα εκτός από τους παραπάνω άθλους. Αλλά και κατόπιν ευεργέτησε την ανθρωπότητα εξοντώνοντας επικίνδυνους ληστές ή συμμετέχοντας σε εκστρατείες κτλ. Το τέλος του μεγάλου ήρωα της μυθολογίας ήταν τραγικό και προκλήθηκε από τη γυναίκα του Δηιάνειρα. Ενώ ο ήρωας πέθαινε, ένα σύννεφο σταλμένο από το Δία τον πήρε και τον ανέβασε στον Όλυμπο, όπου πήρε γυναίκα του την Ήβη, την κόρη του Δία και της Ήρας, και ζούσε ως αθάνατος.
Στην αρχαία μυθολογία, σημαντικό ρόλο έπαιξαν τα παιδιά του και γενικότερα οι απόγονοι του Ηρακλή, γνωστοί ως Ηρακλείδες.
Ο Ησίοδος λέει πως ο Άτλας εξορίστηκε από το Δία στα δυτικά της Γης και είχε για έργο του να σηκώνει τον ουράνιο θόλο στους ώμους του. Οι κόρες του, οι ωραίες Εσπερίδες, φύλαγαν λίγο μακρύτερα τα χρυσά μήλα του κήπου των θεών. Από εκεί πέρασε ο Ηρακλής, όταν έψαχνε για τα μήλα των Εσπερίδων. Ο Άτλας τού υποσχέθηκε να του φέρει τα μήλα και ο Ηρακλής δέχτηκε να κρατήσει στους ώμους του τον ουρανό ως την επιστροφή του. Αλλά όταν γύρισε ο Άτλας αρνήθηκε να ξαναπάρει το βαρύ φορτίο στους ώμους του και ζήτησε να πάει ο ίδιος τα μήλα στον Ευρυσθέα. Ο Ηρακλής προσποιήθηκε ότι συμφωνεί και τον παρακάλεσε να κρατήσει για λίγο τον ουράνιο θόλο, ώσπου να βρει ένα μαξιλάρι για να μην κόβει το βάρος τους ώμους του. Ο Άτλας πείστηκε και πήρε ξανά τον ουρανό στην πλάτη του, ενώ ο Ηρακλής πήρε τα μήλα και έφυγε. Πολλά αγάλματα και ανάγλυφα παριστάνουν τον Άτλαντα να σηκώνει τον ουρανό στους ώμους, τα χέρια και το κεφάλι, γονατισμένο από το υπερβολικό βάρος. Στην Ολυμπία, στη μετόπη του ναού του Δία, απεικονίζεται να παραδίδει στον Ηρακλή τα μήλα των Εσπερίδων.
Η ζωή και τα κατορθώματα του Ηρακλή ήταν από τα πιο αγαπητά θέματα των αρχαίων καλλιτεχνών. Ο θάνατός του είναι το θέμα της τραγωδίας του Σοφοκλή «Τραχίνιαι».
Θ η σ έ α ς . Ο μεγαλύτερος μετά τον Ηρακλή ήρωας της ελληνικής μυθολογίας, ο κατεξοχήν ήρωας των μύθων της Αττικής. Ήταν γιος του Αιγέα, βασιλιά της Αθήνας, και της Αίθρας, κόρης του βασιλιά της Τροιζήνας Πιτθέα.
Ο Αιγέας βρισκόταν φιλοξενούμενος του Πιτθέα στην Τροιζήνα, όπου και συνευρέθηκε με την Αίθρα. Επειδή δεν είχε αποκτήσει γιο, αν και παντρεύτηκε δύο φορές, της παράγγειλε φεύγοντας, αν γεννήσει αγόρι να το κρατήσει μέχρι τα 16 του χρόνια και έπειτα να το στείλει στην Αθήνα για να τον διαδεχτεί στο θρόνο. Ως σημάδι αναγνώρισης έπρεπε να έχει μαζί του τα σανδάλια και το ξίφος του, που ο Αθηναίος βασιλιάς είχε κρύψει κάτω από ένα μεγάλο βράχο.
Όταν γεννήθηκε ο Θησέας, η Αίθρα τον κράτησε κοντά της και του είχε για δασκάλους τον Κένταυρο Χείρωνα και τον Κοννίδα. Στα 16 του χρόνια του αποκάλυψε την παραγγελία που είχε αφήσει γι’ αυτόν ο πατέρας του. Ο Θησέας σήκωσε το μεγάλο βράχο, πήρε τα σανδάλια και το ξίφος του Αιγέα και ξεκίνησε για την Αθήνα. Στο δρόμο του έκανε μια σειρά από άθλους με τους οποίους γρήγορα έγινε διάσημος. Έτσι στην Επίδαυρο σκότωσε το γιο του Ήφαιστου Περιφήτη, που παραμονεύοντας σκότωνε τους διαβάτες με ένα ρόπαλο. Με το ίδιο αυτό ρόπαλο τον σκότωσε ο Θησέας. Στον Ισθμό εξόντωσε το Σίνη, που σκότωνε τους περαστικούς μ’ έναν περίεργο τρόπο: κατεβάζοντας τις κορυφές δύο πεύκων έδενε τα πόδια του θύματός του στη μία και την άλλη κορυφή και ύστερα τις άφηνε ελεύθερες να τιναχτούν και να χωρίσουν στα δύο το σώμα. Γι’ αυτό τον έλεγαν Πιτυοκάμπτη (δηλαδή αυτός που λυγίζει πεύκα). Με τον ίδιο τρόπο τον σκότωσε και ο Θησέας. Κοντά στον Κρομμυώνα της Ισθμίας σκότωσε τη Φαιά, θηλυκό αγριόχοιρο, και πέταξε στη θάλασσα το Σκίρωνα, ο οποίος, αφού υποχρέωνε τους διαβάτες να του πλύνουν τα πόδια, τους κλοτσούσε μόλις έσκυβαν και τους γκρέμιζε έτσι στη θάλασσα. Στην Ελευσίνα σκότωσε τον Κερκύονα, που υποχρέωνε τους περαστικούς να παλέψουν μαζί του. Στην Ελευσίνα επίσης σκότωσε τον Προκρούστη ή Δαμάστη. Αυτός είχε στο δρόμο δύο κρεβάτια, ένα κοντό και ένα μακρύ. Όσοι από τους περαστικούς ήταν ψηλοί τους έβαζε να ξαπλώσουν στο κοντό κρεβάτι και επειδή δε χωρούσαν έκοβε από το σώμα τους ό,τι περίσσευε, ενώ τους κοντούς τους ξάπλωνε στο μακρύ κρεβάτι και έπειτα τους τραβούσε για να μακρύνουν. Ο Θησέας σκότωσε τον Προκρούστη με τον ίδιο τρόπο. Έτσι απάλλαξε από τους κακούργους το δρόμο από την Τροιζήνα προς την Αθήνα.
Όλα αυτά τα κατορθώματα χάρισαν στο Θησέα μια θαυμαστή φήμη, που έφτασε ως τα ανάκτορα της Αθήνας και προκάλεσε το φόβο της Μήδειας, γυναίκας του Αιγέα. Όταν τελικά ο Θησέας έφτασε στην Αθήνα, ο Αιγέας, έπειτα από προτροπή της Μήδειας και αγνοώντας ότι είναι γιος του, τον έστειλε να εξοντώσει τον ταύρο του Μαραθώνα, νομίζοντας ότι δε θα τα κατάφερνε. Ο Θησέας όμως γύρισε στην Αθήνα νικητής και ο Αιγέας, τρομαγμένος από την τόση του δύναμη, αποφάσισε να τον δηλητηριάσει. Σε γεύμα που τον προσκάλεσε, η Μήδεια θα του πρόσφερε για ποτό δηλητήριο, αλλά την κρίσιμη στιγμή ο Αιγέας αναγνώρισε το Θησέα από τα σανδάλια και το ξίφος που είχε.
Εκείνη την εποχή οι Αθηναίοι πλήρωναν ένα βαρύ φόρο αίματος. Κάθε χρόνο έστελναν στο βασιλιά της Κρήτης Μίνωα 7 αγόρια και 7 κορίτσια, βορά στο Μινώταυρο. Η τιμωρία αυτή είχε επιβληθεί στους Αθηναίους για το φόνο του Ανδρόγεω, γιου του Μίνωα. Ο Θησέας προσφέρθηκε να συμπεριληφθεί στην ομάδα των αγοριών με σκοπό να σκοτώσει το φοβερό τέρας. Φεύγοντας υποσχέθηκε στον πατέρα του ότι, αν γυρίσει νικητής, θα αντικαταστήσει τα μαύρα πανιά του πλοίου, με το οποίο ταξίδευε, με άσπρα. Όταν έφτασε στην Κνωσό, τον ερωτεύτηκε η κόρη του Μίνωα Αριάδνη και του πρόσφερε τη βοήθειά της, αφού του πήρε την υπόσχεση ότι θα την παντρευτεί. Η πιο γνωστή μυθολογική παράδοση διηγείται πως η Αριάδνη έδωσε στο Θησέα τον περίφημο «μίτο» (νήμα), του οποίου μια άκρη έδεσε ο Θησέας στην είσοδο του Λαβύρινθου, όπου ζούσε ο Μινώταυρος, και έτσι, όταν σκότωσε το τέρας, μπόρεσε να βρει το δρόμο του γυρισμού. Φεύγοντας πήρε μαζί του την Αριάδνη, την οποία όμως εγκατέλειψε στο νησάκι Δία, ή σύμφωνα με άλλη μυθολογική εκδοχή, του την πήρε ο Διόνυσος στη Νάξο.
Από τη λύπη του για το χαμό της Αριάδνης ή από χαρά για τη μεγάλη υπηρεσία που πρόσφερε στην πατρίδα του, ο Θησέας ξέχασε να αντικαταστήσει τα πένθιμα πανιά του πλοίου του. Έτσι ο Αιγέας βλέποντας το πλοίο να γυρίζει με μαύρα πανιά, νόμισε ότι ο Θησέας σπαράχτηκε από το Μινώταυρο και από τη θλίψη του έπεσε στη θάλασσα, η οποία ύστερα από αυτό ονομάστηκε Αιγαίο πέλαγος. Ο Θησέας ανέλαβε τη βασιλεία της Αθήνας, αφού εξόντωσε τους 50 γιους του Πάλλαντα, αδελφού του Αιγέα. Ως βασιλιάς έκανε, κατά την παράδοση, σημαντικά πολιτιστικά και μεταρρυθμιστικά έργα: Συγκέντρωσε τους κατοίκους της Αττικής σε μια πόλη (Αθήνα) και για ανάμνηση του γεγονότος αυτού καθιέρωσε τη γιορτή Παναθήναια, ίδρυσε το πρυτανείο, τη βουλή και άλλα οικοδομήματα, κυρίεψε και προσάρτησε στην Αθήνα τα Μέγαρα, εκστράτευσε μαζί με τον Ηρακλή κατά των Αμαζόνων και κατάφερε να αιχμαλωτίσει μία από αυτές, την Αντιόπη ή την Ιππολύτη, από την οποία απέκτησε γιο, τον Ιππόλυτο. Όταν οι Αμαζόνες ήρθαν κατά της Αθήνας για να εκδικηθούν την αρπαγή της Αντιόπης, ο Θησέας τις κατανίκησε κοντά στον Άρειο Πάγο.
Περίφημη υπήρξε η φιλία του Θησέα με τον Πειρίθου, βασιλιά των Λαπιθών, για την οποία αναφέρονται πολλές διηγήσεις. Έτσι ο Θησέας βοήθησε τον Πειρίθου στην αρπαγή της Αντιόπης και επίσης στη μάχη του λαού του με τους Κένταυρους, την περίφημη κενταυρομαχία. Μαζί επίσης έκλεψαν την Ελένη και την έκρυψαν στην Άφιδνα. Έπειτα κατέβηκαν στον Άδη για να κλέψουν και την Περσεφόνη. Ο Άδης όμως τους αιχμαλώτισε και, όταν ο Ηρακλής κατέβηκε να τους ελευθερώσει, κατόρθωσε να φέρει πίσω μόνο το Θησέα. Στο διάστημα της απουσίας του Θησέα οι Διόσκουροι πέτυχαν να ελευθερώσουν την αδελφή τους Ελένη και να ανεβάσουν στο θρόνο της Αθήνας το Μενεσθέα. Όταν ο Θησέας γύρισε στην Αθήνα, διώχτηκε από το Μενεσθέα και κατέφυγε στη Σκύρο, κοντά στο βασιλιά των Δολόπων Λυκομήδη. Ο τελευταίος αυτός, από φόβο μήπως ο λαός του προτιμήσει για βασιλιά του το θρυλικό ήρωα, τον παρέσυρε σε ένα βράχο από όπου τον γκρέμισε και το σκότωσε.
Οι Αθηναίοι θεωρούσαν το Θησέα θεμελιωτή της πολιτείας τους και πρώτο νομοθέτη τους. Το 476 π.Χ. ο Κίμωνας, σύμφωνα με χρησμό του δελφικού μαντείου, μετέφερε τα θεωρούμενα ως οστά του Θησέα από τη Σκύρο στην Αθήνα, όπου ιδρύθηκε μνημείο προς τιμή του. Η λατρεία του ως ήρωα ξεπέρασε τα όρια της Αττικής, όπου κυρίως λατρευόταν, και επεκτάθηκε σε όλη την Ελλάδα. Η ζωή και οι άθλοι του Θησέα ήταν αγαπητό θέμα για τους αρχαίους καλλιτέχνες. Τον απεικόνιζαν όμορφο, θαρραλέο και, συνήθως, να κρατά σπαθί.






Υιός τού Αίσωνος καί αρχηγός τής Αργοναυτικής εξτρατείας ήτο ό Ι ά σ ω ν . Παντρεύτηκε τήν Μήδεια κόρη τού Αιήτη, Βασιλέας τής Ιωλκού. Αργότερα εγκατέλειψε τήν Μήδεια γιά τήν Κρέουσα κόρη τού Κρέοντα Βασιλέα τής Κορίνθου. Ή Μήδεια γιά νά τόν εκδίκηθη σκότωσε τά παιδιά των καί τήν Κρέουσα.
Μυθικός ήρωας, αρχηγός της Αργοναυτικής εκστρατείας. Ήταν γιος του βασιλιά της Ιωλκού Αίσονα, που τον είχε εκθρονίσει ο αδερφός του Πελίας, και της Πολυμήδης. Ο Αίσονας, επειδή φοβήθηκε για τη ζωή του νεαρού Ιάσονα, τον έστειλε να τον αναθρέψει ο Κένταυρος Χείρων, που είχε αναθρέψει και πολλούς άλλους μυθικούς ήρωες. Ο σφετεριστής Πελίας, που δεν αισθανόταν ασφαλής, ρώτησε το μαντείο για την τύχη της βασιλείας του και πήρε χρησμό να φοβάται έναν μονοσάνδαλο.
Όταν ο Ιάσονας ανδρώθηκε, ξαναγύρισε στην Ιωλκό. Αλλά καθώς περνούσε από τον ποταμό Άναυρο, έχασε το ένα σανδάλι του. Μόλις τον είδε ο Πελίας, συνδύασε την εμφάνισή του με το χρησμό και διαισθάνθηκε τον κίνδυνο. Ρώτησε τότε τον Ιάσονα τι θα έκανε αν είχε εκείνος την εξουσία και υπήρχε χρησμός ότι θα σκοτωθεί από κάποιον πολίτη. Και ο νεαρός ήρωας ανυποψίαστος απάντησε: «Θα τον πρόσταζα να φέρει το χρυσόμαλλο δέρας». Αμέσως ο Πελίας πρόσταξε τον Ιάσονα να πραγματοποιήσει αυτό τον άθλο.
Ο Ιάσονας κάλεσε με κήρυκες τους σπουδαιότερους ήρωες της εποχής εκείνης και οργάνωσε την Αργοναυτική εκστρατεία, που πραγματοποιήθηκε με το πλοίο «Αργώ». Ύστερα από πολλές περιπέτειες πήρε από την Αία (Κολχίδα) το χρυσόμαλλο δέρας και επέστρεψε έχοντας μαζί του την κόρη του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη, τη Μήδεια, που γνώριζε πολλές μαγικές τέχνες.
Στο μεταξύ, στην Ιωλκό είχαν συμβεί δραματικά γεγονότα. Ο Πελίας είχε εξοντώσει την οικογένεια του Ιάσονα αναγκάζοντας τον πατέρα και τη μητέρα του να αυτοκτονήσουν και σκοτώνοντας το μικρό του αδερφό. Ο Ιάσονας παρέδωσε το χρυσόμαλλο δέρας, αφιέρωσε την «Αργώ» στον Ποσειδώνα, στον Ισθμό, και ζήτησε από τη Μήδεια να τον βοηθήσει να εκδικηθεί. Εκείνη έβαλε τις κόρες του Πελία να κομματιάσουν τον πατέρα τους πείθοντάς τες ότι αυτό θα τον ξανάφερνε στη ζωή και θα τον έκανε νέο. Μετά από αυτό, ο γιος του Πελία, ο Άκαστος, εδίωξε από την Ιωλκό τον Ιάσονα και τη Μήδεια, που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην Κόρινθο.
Εδώ έζησαν ήρεμα δέκα χρόνια και απέκτησαν και δύο παιδιά, το Μέρμερο και το Φέρητα. Όταν όμως ο Ιάσονας δέχτηκε την πρόταση του βασιλιά της Κορίνθου Κρέοντα να πάρει για γυναίκα του την κόρη του τη Γλαύκη (ή Κρέουσα), η προδομένη Μήδεια αντέδρασε με πολύ σκληρό τρόπο. Εξόντωσε τη Γλαύκη και τον Κρέοντα, έσφαξε με τα χέρια της τα δυο παιδιά της και έφυγε με ένα άρμα που το έσερναν φτερωτοί δράκοντες.
Για το τέλος του Ιάσονα υπάρχουν διάφοροι μύθοι. Κατά τον πιο γνωστό, σκοτώθηκε από ένα δοκάρι της «Αργώς» που έπεσε και τον χτύπησε στο κεφάλι. Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση, ο νεαρός ήρωας, πριν να πραγματοποιήσει το ταξίδι στην Κολχίδα, είχε πάρει μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου.
Ο Ιάσονας, όπως και ο Οδυσσέας, είναι ο τολμηρός Έλληνας θαλασσοπόρος που ταξίδευε σε άγνωστες θάλασσες και χώρες αντιμετωπίζοντας μύριους κινδύνους με τα μέσα της εποχής και αναζητώντας πηγές αγαθών («χρυσόμαλλο δέρας»).




Περσέας. Ήρωας του Άργους, γιος του Δία και της Δανάης. Ο πατέρας της Δανάης, Ακρίσιος, που ήταν βασιλιάς του Άργους, είχε πάρει ένα χρησμό, σύμφωνα με τον οποίο ο γιος της κόρης του θα τον σκότωνε. Έτσι, όταν γεννήθηκε ο Περσέας, ο Ακρίσιος έριξε το μωρό και την κόρη του στη θάλασσα, αφού τους έβαλε πρώτα σ’ ένα ξύλινο κιβώτιο. Τα κύματα μετέφεραν το κιβώτιο στη Σέριφο, όπου και ανατράφηκε ο Περσέας από το βασιλιά του νησιού Πολυδέκτη και τον αδελφό του Δίκτη. Ο Πολυδέκτης, όμως, άρχισε σιγά σιγά να εχθρεύεται τον Περσέα, γιατί τον θεωρούσε ενοχλητικό μάρτυρα του έρωτά του προς τη Δανάη. Γι’ αυτό οργάνωσε ένα γιορταστικό συμπόσιο, στο οποίο ζήτησε από τους καλεσμένους του να του φέρουν δώρο από ένα άλογο. Ανάμεσα στους καλεσμένους ήταν και ο Περσέας, που, όπως λέει ο μύθος, πρόσθεσε ότι θα του φέρει το κεφάλι της Μέδουσας. Ο Πολυδέκτης εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία, λέγοντας ότι θα κρατήσει τη Δανάη όμηρο, ώσπου να του φέρει ο Περσέας αυτό που του υποσχέθηκε. Ενώ καθόταν ο Περσέας συλλογισμένος στην ακρογιαλιά προσπαθώντας να βρει τρόπο να κάνει αυτό που απερίσκεπτα είχε υποσχεθεί, παρουσιάστηκε μπροστά του ο Ερμής και του υποσχέθηκε τη βοήθειά του, καθώς και τη βοήθεια της Αθηνάς. Του είπε ότι πρώτα έπρεπε να πάει να βρει τις Γραίες, τις τρεις μονόδοντες και μονόφθαλμες κόρες του Φόρκη και της Κητώς, οι οποίες θα του έλεγαν πού θα βρει τις Νύμφες. Αυτές οι τελευταίες θα μπορούσαν να του δώσουν τα τρία πράγματα οποία ήταν απαραίτητα για να νικήσει τη Μέδουσα: την περικεφαλαία του Άδη που θα τον έκανε αόρατο, τα φτερωτά σανδάλια και ένα σακίδιο. Εκβιάζοντας τις Γραίες ο Περσέας κατάφερε να αποκτήσει αυτά που ήθελε. Έφτασε εκεί όπου έμενε η τρομερή Μέδουσα με τις αδελφές της. Κρατώντας το σπαθί, που του είχε χαρίσει ο Ερμής, και με βοηθό την Αθηνά, που κατεύθυνε το χέρι του, έκοψε το κεφάλι του τέρατος, χωρίς να κοιτάζει το πρόσωπό του, γιατί υπήρχε κίνδυνος να απολιθωθεί.
Στο γυρισμό του για τη Σέριφο ο Περσέας πέρασε από την Αιθιοπία. Εκεί σκότωσε το τέρας που ο Ποσειδώνας είχε στείλει να ερημώσει τη χώρα και ελευθέρωσε την Ανδρομέδα, την οποία ο πατέρας της, ο βασιλιάς Κηφέας, είχε δέσει –σύμφωνα με τη συμβουλή του μαντείου των Δελφών– σ' ένα βράχο, ως εξιλαστήριο θύμα για να σωθεί η χώρα. Παίρνοντάς τη γυναίκα του γύρισε στη Σέριφο, όπου, για να τιμωρήσει τον Πολυδέκτη και τους φίλους του, τους έδειξε το κεφάλι της Μέδουσας και τους απολίθωσε. Γυρνώντας στο Άργος με τη γυναίκα του και τη μητέρα του, πληροφορήθηκε ότι ο πατέρας της Δανάης βρισκόταν στη Λάρισα. Πήγε, λοιπόν, εκεί για να τον βρει και να του ζητήσει καλοπροαίρετα να γυρίσει στο βασίλειό του. Ωστόσο, τυχαία, στους αγώνες που γίνονταν τότε στη Λάρισα και στους οποίους ο Περσέας πήρε μέρος, σκότωσε με το δίσκο του τον Ακρίσιο, πατέρα της Δανάης, και έτσι βγήκε αληθινός ο χρησμός του μαντείου. Λυπημένος βαθιά για τον ακούσιο φόνο που διέπραξε, ο Περσέας αρνήθηκε να ανεβεί στο θρόνο του Άργους. Συμφώνησε λοιπόν με τον ανιψιό του Ακρίσιου, Μεγαπένθη, το γιο του Προίτου, να του δώσει το θρόνο του Άργους και να πάρει για αντάλλαγμα το θρόνο της Τίρυνθας και των Μυκηνών.
Ο Περσέας απόκτησε από την Ανδρομέδα μία κόρη και έξι γιους. Ο ένας απ' αυτούς, ο Αλκαίος, ήταν ο πατέρας του Αμφιτρύωνα, του οποίου η γυναίκα, η Αλκμήνη, γέννησε τον Ηρακλή. Από έναν άλλο γιο του, τον Πέρση, κατάγονταν, κατά την παράδοση, οι Πέρσες.



Πηλέας. Μυθικός βασιλιάς της Φθίας, πατέρας του Αχιλλέα. Ήταν γιος του βασιλιά της Αίγινας Αιακού, γιου του Δία, και της Ενδηίδας, κόρης του Χείρωνα. Ο Πηλέας, σε νεαρή ηλικία, μαζί με τον αδελφό του Τελαμώνα σκότωσαν τον ετεροθαλή αδερφό τους Φώκο και εκδιώχθηκαν από την Αίγινα. Ο Πηλέας πήγε στη Φθία, όπου ο βασιλιάς Ευρυτίωνας τον εξιλέωσε από την αμαρτία του, τον πάντρεψε με την κόρη του Αντιγόνη και του έδωσε προίκα το ένα τρίτο του βασιλείου του. Αργότερα, στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου, στο οποίο πήρε μέρος μαζί με άλλους ήρωες, σκότωσε κατά λάθος τον πεθερό του Ευρυτίωνα και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Φθία. Κατέφυγε στην Ιωλκό, όπου ο βασιλιάς Άκαστος τον κράτησε, αφού τον υπέβαλε σε κάθαρση για το έγκλημά του. Στο μεταξύ, όμως, η βασίλισσα Αστυδάμεια ερωτεύτηκε τον Πηλέα και επειδή εκείνος απέκρουσε τον έρωτά της, τον κατηγόρησε στον Άκαστο ότι την πρόσβαλε. Ο Άκαστος για τιμωρία τον πήρε μαζί του για κυνήγι στο Πήλιο, όπου τον εγκατέλειψε να τον κατασπαράξουν τα άγρια ζώα. Ο Πηλέας σώθηκε χάρη στη βοήθεια του Κένταυρου Χείρωνα και, γυρίζοντας στην Ιωλκό, σκότωσε τον Άκαστο και την Αστυδάμεια.
Στη συνέχεια ο Πηλέας ερωτεύτηκε τη Θέτιδα, κόρη του Νηρέα. Η Θέτιδα, που δεν ήθελε αυτόν το γάμο, μεταμορφώθηκε πολλές φορές για να μπορέσει να ξεφύγει. Ωστόσο, εκείνος, με τη βοήθεια του Χείρωνα, την ακολούθησε παντού. Στο τέλος η Θέτιδα αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Τους γάμους του Πηλέα και της Θέτιδας, που είναι από τα σημαντικότερα γεγονότα της ελληνικής μυθολογίας, τίμησαν όλοι οι Ολύμπιοι θεοί και πρόσφεραν στο γαμπρό πολλά δώρα· ο Ποσειδώνας τού χάρισε τα αθάνατα άλογα Βαλίο και Ξάνθο, ο Χείρωνας ένα θαυματουργό ακόντιο, το οποίο θεράπευε τις πληγές που προκαλούσε, ο Ήφαιστος ένα μαγικό σπαθί, που είχε φτιάξει ο ίδιος, η Αθηνά αυλούς, η Αφροδίτη μία χρυσή κούπα, η Ήρα ένα πέπλο κτλ.
Από το γάμο αυτόν ο Πηλέας απέκτησε τον Αχιλλέα.
Αναφέρεται ότι ο Πηλέας πήρε μέρος στην πρώτη κατάκτηση της Τροίας από τον Ηρακλή, καθώς και στην εκστρατεία του ίδιου ήρωα εναντίον των Αμαζόνων. Ακόμα πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία, όπου όμως δε φαίνεται να έπαιξε σημαντικό ρόλο.
Πέθανε πολύ γέρος, μετά τον Αχιλλέα. Κατά μία παράδοση πέθανε στην Κω, όπου κατέφυγε διωγμένος από τους γιους του Άκαστου. Κατά τον Πίνδαρο ο Πηλέας μεταφέρθηκε από τους θεούς στο νησί των Μακάρων.
Βελλεροφόντης ή Βελλεροφών. Γιος του Γλαύκου ή του Ποσειδώνα και της Ευρυνόμης, εγγονός του Σίσυφου. Το αρχικό του όνομα ήταν Ιππόνοος, αλλά μετονομάστηκε σε Βελλεροφόντη γατί σκότωσε τον αδελφό του Βέλλερο. Μετά το φόνο του αδελφού του κατέφυγε στο βασιλιά της Τίρυνθας Προίτο για να καθαρθεί. Εκεί τον είδε η Άντεια, η γυναίκα του βασιλιά, και τον ερωτεύτηκε. Ο Βελλεροφόντης όμως την απέκρουσε και τότε αυτή, για να τον εκδικηθεί, τον συκοφάντησε στον άντρα της ότι τάχα αυτός ήταν που ζήτησε να την κάνει ερωμένη του. Θυμωμένος ο Προίτος, επειδή δεν ήθελε να σκοτώσει ο ίδιος το Βελλεροφόντη που ήταν φιλοξενούμενός του, τον έστειλε στον πεθερό του τον Ιοβάτη, στη Λυκία της Μ. Ασίας, για να τον σκοτώσει αυτός. Πράγματι, ο ανύποπτος νέος πήγε στη Λυκία, όπου ο Ιοβάτης τού ανάθεσε διάφορες δύσκολες αποστολές για να βρει το θάνατο. Πρώτα τον έστειλε να σκοτώσει τη Χίμαιρα, ένα άγριο τέρας που είχε κεφάλι λιονταριού, κορμί κατσίκας και στην άκρη της ουράς του ξεφύτρωνε μια φιδοκεφαλή. Με τη βοήθεια των θεών και την παλικαριά του ο Βελλεροφόντης σκότωσε το τέρας. Έπειτα ο Ιοβάτης τον έστειλε να χτυπηθεί με τους Σολύμους, έναν άγριο λαό στα σύνορα της Λυκίας. Ο ήρωας κατόρθωσε να νικήσει και αυτούς, όπως και τις Αμαζόνες, με τις οποίες τον έστειλε να πολεμήσει ο Ιοβάτης. Στο γυρισμό όμως ο Ιοβάτης έβαλε τους πιο αντρειωμένους Λυκίους να του στήσουν καρτέρι. Πάλι όμως τους σκότωσε όλους ο Βελλεροφόντης και τότε πια ο Ιοβάτης κατάλαβε πως ένας τέτοιος ήρωας θα έπρεπε να ήταν γόνος θεών. Προτίμησε λοιπόν να του δώσει την κόρη του Φιλονόη για γυναίκα και το μισό βασίλειό του για προίκα.
Σύμφωνα με το μύθο, με τη βοήθεια της Αθηνάς είχε καταφέρει να δαμάσει τον Πήγασο, το φτερωτό άλογο, στην Κόρινθο. Πάνω σ’ αυτό, λένε, σκότωσε τη Χίμαιρα στη Λυκία. Αργότερα όμως από έπαρση θέλησε να ανεβεί με τον Πήγασο στον Όλυμπο. Ο Δίας όμως οργισμένος με την ύβρη του Βελλεροφόντη έστειλε τον Οίστρο στον Πήγασο και το άλογο τον γκρέμισε στη γη. Ο Βελλεροφόντης πέρασε την υπόλοιπη ζωή του κουτσός και τυφλός.
Ο Βελλεροφόντης λατρευόταν στην Κόρινθο και στη Λυκία. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι οι Κορίνθιοι του είχαν αφιερώσει έναν περίβολο στο Κράνειο Άλσος, ενώ μέσα στην πόλη είχαν στήσει άγαλμα του ήρωα καβάλα στον Πήγασο και από την οπλή του αλόγου ανάβλυζε νερό.
Μετά τον Όμηρο, τον Ησίοδο και τον Πίνδαρο, πολλοί αρχαίοι ποιητές και συγγραφείς πραγματεύτηκαν το μύθο του Βελλεροφόντη. Διασκευές του μύθου έγραψαν και οι τραγικοί, δε σώθηκε όμως καμιά από αυτές. Επίσης ο Βελλεροφόντης στάθηκε η έμπνευση για γλύπτες, ζωγράφους, αγγειογράφους, μουσικούς και δραματουργούς, από τους αρχαίους χρόνους ως τη σύγχρονη εποχή.
Φρίξος. Ήρωας των Μινυών, γιος του βασιλιά του Ορχομενού, Αθάμαντα και της Νεφέλης, αδελφός της Έλλης. Ο πατέρας του ήταν γιος του θεού των ανέμων, Αίολου. Η Νεφέλη εγκαταλείφθηκε από τον Αθάμαντα, που παντρεύτηκε την Ινώ, θυγατέρα του Κάδμου, η οποία μισούσε τον Φρίξο και την αδελφή του. Όταν στον Ορχομενό έπεσε ένας φοβερός λιμός, η Ινώ νόμισε ότι ήρθε η ευκαιρία που περίμενε για να απαλλαγεί από τα παιδιά του συζύγου της. Έτσι, όταν ο Αθάμαντας έστειλε μάντεις στους Δελφούς για να ρωτήσουν τον Απόλλωνα με ποιο τρόπο η χώρα θα γλίτωνε από το λιμό, η Ινώ έπεισε τους απεσταλμένους του να του πουν, επιστρέφοντας από το ιερό, ότι η χώρα θα σωζόταν, αν ο βασιλιάς της θυσίαζε το γιο του. Ο Αθάμαντας πείστηκε και ετοιμαζόταν για τη θυσία, αλλά η Νεφέλη έσωσε το γιο της· του έδωσε ένα φτερωτό χρυσόμαλλο κριάρι, που της είχε χαρίσει κάποτε ο θεός Ερμής και το οποίο, επιπλέον, μιλούσε με φωνή ανθρώπινη. Καβαλώντας το ο Φρίξος και η Έλλη έφτασαν πάνω από το στενό πόρο που ενώνει την Ευρώπη με την Ασία. Εκεί η Έλλη έπεσε από το κριάρι –είτε επειδή γλίστρησε είτε επειδή ζαλίστηκε– και πνίγηκε. Από τότε ο πόρος αυτός ονομάστηκε προς τιμή της Ελλήσποντος. Ο Φρίξος συνέχισε το ταξίδι του, ήρθε στην πόλη της Κολχίδας, Αία, και εκεί θυσίασε το κριάρι στο Φύξιο Δία, τον προστάτη των φυγάδων, ενώ το χρυσόμαλλο δέρας το χάρισε στο βασιλιά της χώρας, Αιήτη, γιο του Ήλιου και αδελφό της Κίρκης. Ο Αιήτης κρέμασε το δέρας σε μια βαλανιδιά, στο ιερό δάσος του θεού του κάτω κόσμου, του Άδη/Πλούτωνα, όπου το φύλαγε άγρυπνος δράκοντας. Στη συνέχεια, ο Φρίξος παντρεύτηκε την κόρη του Αιήτη, Χαλκιόπη. Από αυτήν απέκτησε τέσσερις γιους, τους Άργο, Μέλανα, Φρόντη και Κυτίσωρο, οι οποίοι γύρισαν στην Ελλάδα μαζί με τους Αργοναύτες μετά το θάνατό του.



Μήδεια. Κόρη του βασιλιά της Κολχίδας, Αιήτη και της Ωκεανίδας Ειδυίας. Κατά μια άλλη εκδοχή (Διόδωρος Σικελιώτης, Δ 45), μητέρα της ήταν η Εκάτη, κόρη του αδελφού του Αιήτη, Πέρση, η οποία, αφού δολοφόνησε τον πατέρα της με δηλητήριο, πήρε την εξουσία της Ταυρικής και παντρεύτηκε το θείο της Αιήτη, βασιλιά της Κολχίδας. Αυτή γέννησε, κατά το Διόδωρο, την Κίρκη, τη Μήδεια και τον Αιγιαλέα. Η Εκάτη γνώριζε όλα τα φάρμακα, που τα δίδαξε στις δύο της κόρες και ίδρυσε ιερό της Άρτεμης της Ταυρικής, στο οποίο γίνονταν ανθρωποθυσίες. Κατά την πρώτη άποψη, η Μήδεια είναι αδελφή της Χαλκιόπης, της συζύγου του Φρίξου, και του Άψυρτου. Η Κίρκη είναι θεία της, αδελφή της Εκάτης και της μητέρας της, της Ειδυίας. Το όνομα της Μήδειας ερμηνεύεται ως «πανούργα» και «επιτήδεια», ενώ της μητέρας της, της Ειδυίας, ως η «γνωρίζουσα».
Σύμφωνα με τη διήγηση του Διόδωρου Σικελιώτη, ο Αιήτης θυσίαζε στην Άρτεμη την Ταυρική κάθε ξένο που ερχόταν στην Κολχίδα. Η Μήδεια, ιέρεια και αυτή στο ιερό, αντιστάθηκε στις ανθρωποθυσίες και ο πατέρας της τη φυλάκισε μέσα στο χώρο του ιερού. Η Μήδεια, όμως, κατόρθωσε να δραπετεύσει και κατέφυγε στο ιερό του Ήλιου, που βρισκόταν στην παραλία της χώρας. Σε αυτό το ιερό προσέγγισαν οι Αργοναύτες, στην επιχείρησή τους να βρουν και να φέρουν στην Ιωλκό το χρυσόμαλλο δέρας. Η Μήδεια τους δέχτηκε στο ιερό και τους εξήγησε τον κίνδυνο που αντιμετώπιζαν από το έθιμο της ξενοκτονίας, το οποίο ίσχυε στη χώρα τους. Στη συνάντησή τους αυτή, η Μήδεια ερωτεύτηκε τον Ιάσονα. Ο μύθος λέει ότι η Αθηνά και η Ήρα, που προστάτευαν τους Αργοναύτες, έπεισαν την Αφροδίτη να βάλει τον έρωτα να χτυπήσει την καρδιά της Μήδειας (Απολλώνιος Ρόδιος, Γ 7 κ.ε.), η οποία βοήθησε τον Ιάσονα να πάρει το χρυσόμαλλο δέρας. Ο Αιήτης στη συνέχεια ζήτησε από τον Ιάσονα να ζέψει τα βόδια του Ηφαίστου, που έβγαζαν φωτιά από τα ρουθούνια τους, και να σπείρει τα δόντια του Δράκοντα. Η Μήδεια του έδωσε ένα φάρμακο να αλείψει τα ρούχα του, ώστε να μην τον καίνε οι φλόγες των βοδιών, και του εκμυστηρεύτηκε το μυστικό για να εξοντώσει τους Σπαρτούς ανθρώπους, που θα φύτρωναν από τα δόντια του Δράκοντα. Αυτό θα το κατόρθωνε, αν πετούσε μια πέτρα ανάμεσά τους. Και τότε θα σκότωναν οι μεν τους δε.
Ο Αιήτης ακόμα και μετά την εκπλήρωση του όρου που έθεσε στον Ιάσονα, αρνήθηκε να δώσει το δέρας. Η Μήδεια βοήθησε ξανά τον Ιάσονα, έκλεψαν το δέρας, και έφυγε μαζί του στην Αργώ, παίρνοντας και το μικρό της αδελφό, τον Άψυρτο, τον οποίο, όταν στη συνέχεια βρέθηκαν σε κίνδυνο οι Αργοναύτες, έσφαξε και πέταξε τα κομμάτια του στη θάλασσα, με αποτέλεσμα να διαφύγουν οι Αργοναύτες, καθώς οι διώκτες τους έσπευσαν να τα μαζέψουν.
Όταν γύρισαν στην Ιωλκό, η Μήδεια έκανε πάλι νέο τον πατέρα του Ιάσονα, τον Αίσονα, βράζοντάς τον σε ένα καζάνι (Οβίδιος, Μεταμορφώσεις VII, 162 κ.ε.). Έπεισε τις κόρες του Πελία να επιχειρήσουν και αυτές το ίδιο έργο με τον πατέρα τους. Στην ουσία, όμως, τις παγίδεψε και έτσι εξόντωσε τον εχθρό του Ιάσονα.
Έπειτα από την εξόντωση του Πελία, η Μήδεια και ο Ιάσονας έφυγαν για την Κόρινθο, όπου η Μήδεια διεκδίκησε και πήρε τη βασιλεία. Σύμφωνα με το μύθο ο παππούς της ο Ήλιος ήταν βασιλιάς της Κορίνθου και από εκεί είχε μεταναστεύσει στην Κολχίδα. Στην Κόρινθο, όμως, ο Ιάσονας εγκατέλειψε τη Μήδεια και τα δύο παιδιά τους για να παντρευτεί την κόρη του τότε βασιλιά Κρέοντα, τη Γλαύκη. Η Μήδεια εκδικήθηκε την απιστία του Ιάσονα, στέλνοντας ένα δηλητηριασμένο πέπλο στη Γλαύκη, που προκάλεσε το θάνατό της. Η ίδια η Μήδεια σκότωσε τα δύο παιδιά της, το Μέρμερο και το Φέρητα, και έφυγε με άρμα που το έσυραν δράκοι.
Κατά το Διόδωρο Σικελιώτη, πρώτα κατέφυγε στη Θήβα, όπου θεράπευσε τον Ηρακλή από τη μανία του, και στη συνέχεια πήγε στην Αθήνα, όπου παντρεύτηκε τον Αιγέα, από τον οποίο απέκτησε ένα γιο, το Μήδο, που επρόκειτο να γίνει ο γενάρχης των Μήδων. Στην Αθήνα προσπάθησε να δολοφονήσει το Θησέα, το γιο του Αιγέα, αλλά δεν τα κατάφερε και έφυγε μαζί με το Μήδο για την Κολχίδα. Εκεί βρήκε τον πατέρα της εκθρονισμένο και τον βοήθησε να ανακτήσει το θρόνο του.
Η Μήδεια είναι μια δυναμική φυσιογνωμία της μυθολογίας. Εικάζεται βάσιμα ότι πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο, που έζησε πριν από τον Τρωικό πόλεμο. Στο πρόσωπό της, όπως και σε όλα τα πρόσωπα της μυθολογίας, έχουν ενσωματωθεί πολλά στοιχεία μαγείας, τελετουργιών και παραδόσεων, που σχετίζονται με την αντιδικία λαών και φύλων, στα χρόνια της έντονης κινητικότητας που προηγήθηκε και ακολούθησε τον Τρωικό πόλεμο.
Νέστορας. Βασιλιάς της Πύλου, γιος του Νηλέα και της Χλωρίδας, ένας από τους πιο γνωστούς ομηρικούς ήρωες. Από το γάμο του με την Αναξίβια απέκτησε δύο κόρες και επτά γιους.
Όταν ο Ηρακλής είχε κυριέψει την Πύλο, σκότωσε το βασιλιά της Νηλέα, πατέρα του Νέστορα, και τα έντεκα από τα δώδεκα παιδιά του. Το δωδέκατο ήταν ο μικρός τότε Νέστορας, που έτυχε να φιλοξενείται στην πόλη της Λακωνίας Γερήνια και έτσι γλίτωσε. Από το γεγονός αυτό στα ομηρικά έπη αποκαλείται συνήθως με το επίθετο «Γερήνιος». Σχετικά ο ίδιος αφηγείται (Ιλιάδα, Λ, 688-693):
στην Πύλο μέσα λίγοι εμέναμε κι εκείνοι ρημαγμένοι
τι είχε ο Ηρακλής ο τρανοδύναμος ερθεί να μας ρημάξει,
σε πιο παλιούς καιρούς, και σκότωσε τους αντρειανούς μας όλους.
Δώδεκα γιους είχε ο αψεγάδιαστος Νηλέας αναστημένους
κι απ' όλους μόνο εγώ απόμεινα, χαθήκαν οι άλλοι...
Ο Νέστορας πήρε μέρος σε όλες σχεδόν τις μυθικές, πολεμικές ή άλλες, περιπέτειες στις οποίες μετείχαν πολλοί ήρωες της ελληνικής μυθολογίας, όπως στην κενταυρομαχία, στην αργοναυτική εκστρατεία και στο κυνήγι του καλυδώνιου κάπρου. Κυρίως όμως διακρίθηκε στον τρωικό πόλεμο. Στην εκστρατεία αυτή κατά της Τροίας ο Νέστορας πήρε μέρος ως ηγέτης των Πυλίων, αλλά και πολεμιστών από άλλες πόλεις της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου, οδηγώντας ενενήντα πλοία. Ήταν ο μεγαλύτερος στην ηλικία από όλους τους Έλληνες αρχηγούς (βασίλευε ήδη σε τρεις γενιές ανθρώπων) και παρ’ όλα αυτά μετείχε στις μάχες με τόλμη και γενναιότητα. Περισσότερο όμως ξεχώριζε για την ευγλωττία και τη σύνεσή του. Γι' αυτό και τον άκουγαν με μεγάλη προσοχή και σεβασμό, όταν μιλούσε στις συνελεύσεις του στρατού. Στην Ιλιάδα (Α 248-249 κ.α.) χαρακτηρίζεται ως «γλυκομίλητος αγορητής της Πύλου, που πιο γλυκά απ' το μέλι ανάβλυζαν τα λόγια του απ' το στόμα».
Στην τρωική εκστρατεία τον είχαν ακολουθήσει και δύο από τα παιδιά του, ο Θρασυμήδης και ο Αντίλοχος, που σκοτώθηκε στη μάχη. Όταν έγινε η άλωση της Τροίας και τελείωσε ο πόλεμος, ο Νέστορας ήταν ένας από τους λίγους Έλληνες αρχηγούς που γύρισε χωρίς άλλα προβλήματα στην πατρίδα και έζησε για πολλά ακόμη χρόνια στο λαμπρό του ανάκτορο, στην Πύλο, όπου τον επισκέφτηκε αργότερα ο Τηλέμαχος, ο γιος του Οδυσσέα, όταν ταξίδεψε για να μάθει την τύχη του πατέρα του.



Οινόμαος. Βασιλιάς της πόλης Πίσας στην Ήλιδα, γιος του θεού Άρη και της κόρης του ποταμού Ασωπού Αρπίνης. Από το γάμο του με την Ευαρέτη ή, κατά μία άλλη εκδοχή, με την Πλειάδα Στερόπη, απέκτησε την Ιπποδάμεια, το Δυσποντέοντα, τον Ιππόδαμο και το Λεύκιππο.Σύμφωνα με ένα χρησμό, ο Οινόμαος θα έβρισκε το θάνατο από το σύζυγο της κόρης του Ιπποδάμειας. Για το λόγο αυτό, ή επειδή την είχε ερωτευθεί, θέσπισε για τους υποψήφιους μνηστήρες της αγώνα αρματοδρομίας με τον ίδιο και δήλωσε ότι θα έδινε την κόρη του σε όποιον τον νικούσε. Η διαδρομή ήταν από το βωμό του Δία στην Ολυμπία ως το βωμό του Ποσειδώνα στον Ισθμό της Κορίνθου. Κάθε υποψήφιος μνηστήρας έπαιρνε στο άρμα του την Ιπποδάμεια και ξεκινούσε πρώτος. Ακολουθούσε με το άρμα του ο Οινόμαος που προσπαθούσε να τον φτάσει και να τον σκοτώσει. Αν ο μνηστήρας έφτανε σώος στον Ισθμό, θα έπαιρνε γυναίκα του την Ιπποδάμεια. Ο Οινόμαος, όμως, είχε όπλα και πολύ γρήγορα άλογα που του τα είχε χαρίσει ο πατέρας του θεός Άρης. Έτσι οι δώδεκα ή δεκατρείς μνηστήρες που πήραν μέρος στον αγώνα αυτό είχαν πληρώσει την τόλμη τους με τη ζωή τους και τα κομμένα κεφάλια τους ήταν κρεμασμένα έξω από το ανάκτορο του Οινόμαου.
Κάποτε εμφανίστηκε ως μνηστήρας και ο Πέλοπας, ο γιος του Τάνταλου. Η Ιπποδάμεια μόλις τον είδε τον ερωτεύτηκε και έπεισε τον ηνίοχο του Οινόμαου, το Μύρτιλο, να βγάλει τα καρφιά που κρατούσαν τους τροχούς του βασιλικού άρματος στον άξονά του. Έτσι, όταν ο Οινόμαος άρχισε να καταδιώκει τον Πέλοπα, έφυγαν οι τροχοί του άρματός του και αυτός έπεσε κάτω και σκοτώθηκε, καθώς σερνόταν μπλεγμένος στα ηνία. Κατά μία άλλη εκδοχή τον σκότωσε ο Πέλοπας.
Η σκηνή της ετοιμασίας της αρματοδρομίας Οινόμαου-Πέλοπα είναι το θέμα των ανάγλυφων του ανατολικού αετώματος του ναού του Δία στην Ολυμπία, τα οποία φυλάσσονται στο αρχαιολογικό μουσείο της Ολυμπίας.
Πελίας. Βασιλιάς της Ιωλκού, γιος του Ποσειδώνα και της Τυρώς, δίδυμος αδελφός του Νηλέα. Όταν η Τυρώ γέννησε τα δίδυμα αγόρια, τα εγκατέλειψε –επειδή ήταν νόθα– σ' ένα λιβάδι κοντά στις εκβολές του ποταμού Ενιπέα. Εκεί τα βρήκε ένας βοσκός, ο οποίος τα μεγάλωσε. Όταν τα παιδιά μεγάλωσαν, ξαναβρήκαν τη μητέρα τους την Τυρώ. Αργότερα, όμως, μάλωσαν και χωρίστηκαν· ο Νηλέας πήγε στη Μεσσηνία και ίδρυσε την Πύλο, ενώ ο Πελίας έμεινε στη Θεσσαλία, όπου παντρεύτηκε την Αναξιβία και απέκτησε ένα γιο και τέσσερις κόρες.
Την εποχή αυτή βασιλιάς της Ιωλκού ήταν ο ιδρυτής της Κρηθέας, που είχε αποκτήσει από την Τυρώ ένα γιο, τον Αίσονα. Ο Πελίας υποσκέλισε τον τελευταίο και ανέλαβε το βασίλειο της Ιωλκού. Όταν γεννήθηκε ο γιος του Αίσονα Ιάσονας, οι γονείς του ανέθεσαν στον Κένταυρο Χείρωνα την ανατροφή του, από φόβο μήπως ξεσπάσει πάνω του η έχθρα του Πελία.
Ο Ιάσονας όταν μεγάλωσε μπήκε στην Ιωλκό φορώντας ένα μόνο σανδάλι (το άλλο το είχε χάσει περνώντας τον ποταμό Ενιπέα). Τότε ο Πελίας τον είδε και θυμήθηκε ένα χρησμό που του είχε δώσει το μαντείο, σύμφωνα με τον οποίο θα του έπαιρνε το βασίλειο κάποιος που θα φορούσε ένα μόνο σανδάλι. Για να αποφύγει μια τέτοια εξέλιξη τον έστειλε να του φέρει από την Κολχίδα το χρυσόμαλλο δέρας και έγινε με τον τρόπο αυτόν υποκινητής της Αργοναυτικής εκστρατείας.
Μόλις ξεκίνησαν οι Αργοναύτες, ο Πελίας –σίγουρος πως δε θα ξαναγυρίσουν– σκότωσε τους γονείς του Ιάσονα. Τέσσερις μήνες αργότερα οι Αργοναύτες γύρισαν και ο Ιάσονας αποφάσισε να εκδικηθεί το θάνατο των δικών του. Σ' αυτό τον βοήθησε και η Μήδεια, κόρη του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη, που βρήκε ένα σκληρό τρόπο για να τιμωρήσει τον Πελία. Έπεισε τις κόρες του –με την πρόφαση ότι αυτό θα τον έκανε να ξανανιώσει– να τον κομματιάσουν και να βράσουν τα κομμάτια του. Όταν αυτό έγινε, χωρίς φυσικά να συμβεί εκείνο που περίμεναν οι κόρες του Πελία, οι κάτοικοι της Ιωλκού έδιωξαν τον Ιάσονα και τη Μήδεια, οι οποίοι κατέφυγαν στην Κόρινθο.
Αριάδνη. Ήταν κόρη του Μίνωα και της Κρήτης ή της Πασιφάης. Ο μύθος της συνδέεται με το Θησέα, το γιο του Αιγέα, βασιλιά της Αθήνας. Όταν έφτασε ο Θησέας στην Κρήτη, με σκοπό να σκοτώσει το φοβερό Μινώταυρο, βρήκε την Αριάδνη βοηθό και συμπαραστάτη. Με το μίτο (το νήμα) που του έδωσε, ο Θησέας αφού σκότωσε το Μινώταυρο, κατόρθωσε να βγει από το Λαβύρινθο, το οικοδόμημα με τους πολυδαίδαλους διαδρόμους.
Επιστρέφοντας στην Αθήνα ο Θησέας πήρε μαζί του την Αριάδνη, η οποία τον ερωτεύτηκε, αλλά τελικά την εγκατέλειψε στη Νάξο. Εκεί η κόρη του Μίνωα παντρεύτηκε τον ιερέα του Διονύσου ή σύμφωνα με άλλους τον ίδιο το Διόνυσο που γοητεύτηκε από την ομορφιά της.
Σε πολλά μέρη της Ελλάδας τη λάτρευαν και της είχαν αφιερώσει γιορτές, ιδιαίτερα στη Νάξο το νησί που συνδεόταν πιο στενά με την Αριάδνη. Εκεί γιόρταζαν επίσημα τα «Αριάδνεια».
Ποιητές και καλλιτέχνες, αρχαίοι και μεταγενέστεροι, εμπνεύστηκαν από τους μύθους που σχετίζονταν με τη ζωή της Αριάδνης. Την παριστάνουν άλλοτε καθιστή και λυπημένη, άλλοτε σε γαμήλια πομπή με το Διόνυσο ή καθισμένη πάνω σε βράχο.
Αρισταίος.Γιος του Απόλλωνα και της Κυρήνης, μιας θεσσαλικής νύμφης. Από τις όχθες του Πηνειού πήρε ο θεός τη νύμφη και τη μετέφερε στη Λιβύη. Εκεί η Κυρήνη γέννησε τον Αρισταίο. Το μικρό Αρισταίο έφερε κατόπιν ο Ερμής στις Ώρες και στη Γη, για να τον κάνουν αθάνατο. Γυναίκα του Αρισταίου ήταν η Αυτονόη από τη Βοιωτία, από την οποία απέκτησε τον Ακταίονα. Από τα στοιχεία που σώθηκαν για τη λατρεία του Αρισταίου αποδεικνύεται ότι ήταν θεός ενός πολύ παλιού ελλαδικού πληθυσμού, ο οποίος είχε ως κύριες ασχολίες του την κτηνοτροφία και τη δεντροκαλλιέργεια. Με τη διασπορά του πληθυσμού αυτού σε διάφορες περιοχές μεταφέρθηκε και η λατρεία του Αρισταίου, ο οποίος μετέπεσε σε ήρωα και οι λειτουργίες του σε γεωργικές εφευρέσεις. Έτσι στην Κέα, όπου λατρευόταν ιδιαίτερα, τον τιμούσαν ως θεό της γεωργίας και της κτηνοτροφίας· στη Σικελία ως θεό προστάτη της ελαιουργίας· στη Σαρδηνία ως ειρηνευτή, ο οποίος κατάφερε να απαλλάξει το νησί από τα τρομερά όρνεα· στην Κυρήνη ως εφευρέτη και προστάτη της καλλιέργειας του σιλφίου, του κυριότερου εξαγωγικού εμπορεύματος της χώρας· στην Αρκαδία, την Εύβοια και τη Βοιωτία ονομαζόταν Ζευς Αρισταίος, προστάτης της γεωργίας και των κυνηγών (Αγρεύς Αρισταίος). Πολλοί, τέλος, αποδίδουν στον Αρισταίο ιατρικές και μαντικές ικανότητες, τις οποίες απέκτησε από τις Μούσες.
Αριστόδημος. Γενάρχης των βασιλιάδων της Σπάρτης με πρώτους τους δύο δίδυμους γιους του, Ευρυσθένη και Προκλή. Καταγόταν από τους Ηρακλείδες και ήταν γιος του Αριστόμαχου. Μαζί με τους αδελφούς του Τήμενο και Κρεσφόντη ήταν οι αρχηγοί των Δωριέων, που εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο. Σύμφωνα με τη μυθολογία, εγκατέστησε τους Δωριείς στη Σπάρτη και σκοτώθηκε από το Δία ή τον Απόλλωνα, αμέσως μετά τη γέννηση των δίδυμων γιων του.



Αρκάς. Γενάρχης και επώνυμος ήρωας των Αρκάδων, γιος του Δία και της Καλλιστώς. Σύμφωνα με μερικές παραδόσεις, ήταν δίδυμος αδερφός του Πάνα. Κατά τη Μυθολογία, ο Λυκάονας, παππούς του Αρκάδα από τη μητέρα του, ετοίμασε για το Δία γεύμα από τις σάρκες του μικρού εγγονού του. Ο Δίας το κατάλαβε και εξοργισμένος κατακεραύνωσε το σπίτι του Λυκάονα, σύνδεσε ξανά τα μέλη του Αρκάδα και τον ζωντάνεψε. Όταν αργότερα ο Αρκάς κινδύνεψε να σκοτωθεί από τους Αρκάδες, επειδή μπήκε στο χώρο του ιερού του Λυκαίου Δία, ο Δίας, για να τον σώσει, τον μεταμόρφωσε σε αστέρι, τον Αρκτούρο ή Αρκτοφύλακα. Ο Αρκάς έγινε αρχηγός των Πελασγών της Πελοποννήσου, που ονομάστηκαν από τότε Αρκάδες. Αφού εκπολίτισε με διάφορα μέτρα τη χώρα του, τη μοίρασε έπειτα στους τρεις γιους του, τον Έλατο, τον Αζάνα και τον Αφείδαντα. Στους Δελφούς υπήρχαν τα αγάλματα της Καλλιστώς, του Αρκάδα και των γιων του, αφιερωμένα από τους Τεγεάτες.
Αρχέλαος. Γιος του Ηρακλείδη Τήμενου και ιδρυτής της μακεδονικής δυναστείας των Αργιαδών. Σύμφωνα με την παράδοση, όταν τα αδέρφια του τον έδιωξαν από το Άργος, ο Αρχέλαος κατέφυγε στη Μακεδονία, όπου βοήθησε το βασιλιά Κισσέα, που βρισκόταν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση εξαιτίας ενός πολέμου. Αυτός ως αντάλλαγμα του υποσχέθηκε την κόρη του για σύζυγο και το θρόνο του. Ο Κισσέας ωστόσο όχι μόνο δεν εκπλήρωσε την υπόσχεσή του, αλλά και επιχείρησε να απαλλαγεί από τον Αρχέλαο, ρίχνοντάς τον σε ένα λάκκο γεμάτο με αναμμένα κάρβουνα. Ο Αρχέλαος όμως που το πληροφορήθηκε έριξε τον Κισσέα μέσα στο λάκκο και έφυγε από τη χώρα, ακολουθώντας μια αίγα, σύμφωνα με όσα είχε ορίσει ένας χρησμός του Απόλλωνα. Η αίγα τον οδήγησε στο μέρος όπου έκτισε την πόλη που ονομάστηκε Αιγές. Ο Αρχέλαος εγκαταστάθηκε εκεί και έγινε ο γενάρχης του βασιλικού γένους της Μακεδονίας.
Ατρέας. Γιος του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας, εγγονός του Τάνταλου και αδελφός του Θυέστη. Διωγμένοι από τον πατέρα τους, ο ίδιος και ο αδελφός του Θυέστης, επειδή σκότωσαν το μικρότερο αδελφό τους Χρύσιππο, κατέφυγαν στις Μυκήνες, όπου ήταν βασιλιάς ο θείος τους Ευρυσθέας. Μετά το θάνατο του Ευρυσθέα, ο Ατρέας φιλονίκησε με τον αδελφό του Θυέστη για τη διαδοχή του θρόνου των Μυκηνών. Ύστερα από πολλές έριδες, βασιλιάς έγινε ο Ατρέας και ο Θυέστης εξορίστηκε. Ο Ατρέας ήταν παντρεμένος με την κόρη του Μίνωα Αερόπη (από την οποία απέκτησε τον Αγαμέμνονα και το Μενέλαο), η οποία όμως τον απάτησε με το Θυέστη. Όταν ο Ατρέας έμαθε την απιστία, έριξε την Αερόπη στη θάλασσα και πρόσφερε ως γεύμα στο Θυέστη τις σάρκες των παιδιών του, Τάνταλου και Πλεισθένη. Κατόπιν αποκάλυψε στο Θυέστη το ανοσιούργημά του. Ύστερα από αυτό ο Θυέστης κατέφυγε ζητώντας εκδίκηση στο μαντείο των Δελφών, όπου του δόθηκε χρησμός να παντρευτεί την κόρη του, Πελοπία, και το παιδί που θα γεννιόταν θα έπαιρνε εκδίκηση. Πράγματι, ο Θυέστης παντρεύτηκε την κόρη του. Το παιδί που γεννήθηκε, ο Αίγισθος, ανατράφηκε από τον Ατρέα, αλλά, όταν μεγάλωσε και έμαθε την καταγωγή του, σκότωσε το γιο του Ατρέα, τον Αγαμέμνονα, με τη συνεργασία της γυναίκας του Κλυταιμνήστρας, με την οποία είχε ερωτικές σχέσεις όσο ο Αγαμέμνονας απουσίαζε στον τρωικό πόλεμο, ως αρχιστράτηγος των Ελλήνων. Αίγισθος και Κλυταιμνήστρα δολοφόνησαν τον Αγαμέμνονα μέσα στο λουτρό του, τη μέρα της επιστροφής του στις Μυκήνες.




Δηιάνειρα. Σύζυγος του Ηρακλή, κόρη του βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα. Όταν ο Ηρακλής κατέβηκε στον Άδη για το δωδέκατο άθλο, υποσχέθηκε στον αδελφό της Δηιάνειρας Μελέαγρο, που τον συνάντησε εκεί, ότι θα την παντρευτεί. Τελικά ο Ηρακλής παντρεύτηκε τη Δηιάνειρα, αφού νίκησε σε πάλη τον ποτάμιο θεό Αχελώο που τη διεκδικούσε. Παιδιά της Δηιάνειρας και του Ηρακλή αναφέρονται ο Ύλλος, η Μακαρία, ο Κτήσιππος και ο Ονείτης ή Ονίδης. Στην αρχή το ζευγάρι έμεινε κοντά στον Οινέα. Όταν όμως ο Ηρακλής σκότωσε, χωρίς να το θέλει, στη διάρκεια ενός συμποσίου, ένα συνδαιτυμόνα, συγγενή του πεθερού του, έφυγε μαζί με τη Δηιάνειρα για την Τραχίνα. Όταν έφτασαν στον ποταμό Εύηνο, στη νότια Αιτωλία, ο Ηρακλής πλήρωσε τον πορθμέα κένταυρο Νέσσο για να μεταφέρει στην άλλη όχθη τη Δηιάνειρα, ενώ ο ίδιος θα περνούσε μπαίνοντας στα νερά. Ο Νέσσος, ωστόσο, επιτέθηκε στη Διηάνειρα και ο Ηρακλής τον σκότωσε σκοπεύοντας με το τόξο στην καρδιά του. Πεθαίνοντας ο Νέσσος είπε στη Δηιάνειρα να φυλάξει το αίμα του που έτρεχε από την πληγή και να το χρησιμοποιήσει ως μαγικό, ερωτικό φίλτρο, αν ποτέ την απατούσε ο Ηρακλής. Μετά από τις επιτυχίες του στους πολέμους κατά των Λαπιθών και των Δρυόπων ο Ηρακλής θέλησε να πανηγυρίσει τη νίκη του. Ειδοποίησε λοιπόν τη Δηιάνειρα να του στείλει τον επίσημο χιτώνα του για να τον φορέσει στη μεγάλη θυσία. Εκείνη όμως, επειδή στο μεταξύ είχε μάθει για τον έρωτα του Ηρακλή για την Ιόλη, έβρεξε το χιτώνα του με το μαγικό φίλτρο του Νέσσου. Όταν ο Ηρακλής κατάλαβε πως ο χιτώνας κολλούσε στο σώμα του, προσπάθησε να τον βγάλει, αλλά δεν κατάφερε παρά να ξεκολλάει μαζί μ’ αυτόν και τις σάρκες του και τελικά πέθανε μέσα σε αφόρητους πόνους. Όταν η Δηιάνειρα πληροφορήθηκε το θάνατο του Ηρακλή, αυτοκτόνησε.
Ηλέκτρα. έμεινε στις Μυκήνες και περίμενε υπομονετικά ζώντας κοντά στους δολοφόνους και σφετεριστές της εξουσίας, την επιστροφή του Ορέστη - εκδικητή. Και όταν αυτός ενηλικιώθηκε και επέστρεψε στις Μυκήνες, συνεργάστηκε μαζί του για να σκοτώσουν τη μητέρα τους Κλυταιμ(ν)ήστρα και το θείο τους Αίγισθο.
Μετά το διπλό φόνο ο Ορέστης έφυγε καταδιωκόμενος από τις τύψεις του, που τον κυνηγούσαν με τη μορφή των Ερινύων. Επέστρεψε πάλι στις Μυκήνες, όταν εξαγνίστηκε, και πάντρεψε τότε την Ηλέκτρα με τον αδερφικό του φίλο, τον Πυλάδη. Από το γάμο αυτόν η Ηλέκτρα απέκτησε δύο παιδιά, το Μέδοντα και το Στρόφιο.
Ο μύθος του οικογενειακού της δράματος ενέπνευσε τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές της αρχαιότητας. Ο Αισχύλος έγραψε την τριλογία του «Ορέστεια», («Αγαμέμνων», «Χοηφόροι», «Ευμενίδες»), όπου για πρώτη φορά παρουσιάζεται (στις «Χοηφόρες») η μορφή της Ηλέκτρας. Ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης έγραψαν τραγωδίες με τον τίτλο «Ηλέκτρα», στις οποίες κεντρική ηρωίδα είναι η κόρη του Αγαμέμνονα. Τέλος, ο μύθος έδωσε έμπνευση και σε άλλους μεταγενέστερους δημιουργούς, δραματουργούς, ποιητές και καλλιτέχνες.
Άβδηρος. Γιος του Ερμή, φίλος του Ηρακλή. Κατασπαράχθηκε από τα ανθρωποφάγα άλογα του βασιλιά των Βιστόνων Διομήδη, όταν ο Ηρακλής ήρθε στη Θράκη για να τα πάρει και να τα μεταφέρει στις Μυκήνες. Προς τιμή του ο Ηρακλής ίδρυσε έπειτα την πόλη Άβδηρα.
Αγάθυρσος. Γενάρχης των Αγαθύρσων. Κατά τον Ηρόδοτο (Δ, 9) ήταν γιος του Ηρακλή και ενός πλάσματος που ήταν το μισό γυναίκα και το μισό φίδι («μειξοπάρθενος έχιδνα διφυής»).
Αγαμήδης. Βοιωτός, γιος του Εργίνου, βασιλιά του Ορχομενού, αδελφός του Τροφωνίου, θαυμαστός αρχιτέκτονας, ο οποίος, όπως πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες, έχτισε διάφορα οικήματα κυρίως στη Βοιωτία.
Αγαπήνωρ. Βασιλιάς της Τεγέας, γιος του Αλκαίου ή του Αγκαίου και εγγονός του Λυκούργου. Ένας από τους μνηστήρες της ωραίας Ελένης. Πήρε μέρος στον τρωικό πόλεμο ως αρχηγός των Αρκάδων με 60 πλοία, που του τα παραχώρησε ο Αγαμέμνων. Όταν επέστρεφε, όμως, από την Τροία παρασύρθηκε από τρικυμία και αποβιβάστηκε στην Κύπρο. Εκεί, κατά την παράδοση, ίδρυσε την Πάφο και το ναό της Αφροδίτης.
Αγαύη. Κόρη του Κάδμου και της Αρμονίας, γυναίκα του Εχίονα και μητέρα του Πενθέα, βασιλιά της Θήβας. Όταν ο τελευταίος αρνήθηκε να επιτρέψει την τέλεση στη χώρα του της οργιαστικής λατρείας του Διονύσου, ο θεός ενέβαλε μανία στην Αγαύη που, μαζί με άλλες βάκχες, διαμέλισε τον Πενθέα, νομίζοντας πως είναι άγριο θηρίο.
Αγήνωρ.Βασιλιάς της Φοινίκης, γιος του Ποσειδώνα και της Λιβύης. Είχε τέσσερα παιδιά: την Ευρώπη, τον Κάδμο, το Φοίνικα και τον Κίλικα. Όταν ο Δίας άρπαξε την Ευρώπη, ο Αγήνορας έστειλε τους γιους του να τη βρουν. Αυτοί, επειδή δεν μπόρεσαν να τη βρουν, διασκορπίστηκαν και εγκαταστάθηκαν σε διάφορες χώρες. Ο Κάδμος, αφού έμεινε ένα διάστημα στη Θράκη, ήρθε στη Βοιωτία και ίδρυσε τη Θήβα.
Αγκαίος.Βασιλιάς των Λελέγων της Κεφαλληνίας, γιος του Ποσειδώνα και της Αστυπάλαιας. Με τη συμβουλή του Απόλλωνα συγκέντρωσε κατοίκους από την Κεφαλληνία και τη Θεσσαλία και αποίκισε τη νήσο Σάμο. Πολλές φορές συγχέεται με τον άλλο μυθικό Αγκαίο, βασιλιά της Αρκαδίας και γιο του Λυκούργου, που πήρε μέρος στην αργοναυτική εκστρατεία. Κατά μία παράδοση, ο Αγκαίος καλλιέργησε πρώτος το κλήμα. Εξαιτίας των σκληρών όρων εργασίας που επέβαλε στους δούλους του, κάποιος του είπε αγανακτισμένος ότι δε θα προλάβει να πιει από το κρασί του αμπελιού του. Πράγματι, όταν έπειτα από καιρό ετοιμάστηκε το κρασί και ο Αγκαίος πλησίαζε το ποτήρι στα χείλη του για να πιει, τον ειδοποίησαν ότι ένας κάπρος λυμαίνεται τους αγρούς του. Αμέσως άφησε το ποτήρι και έτρεξε να καταδιώξει το ζώο από το οποίο και σκοτώθηκε. Από την περιπέτεια αυτή του Αγκαίου έμεινε η παροιμία «πολλά μεταξύ κύλικος και χείλεος άκρου πέλει» (πολλά μπορούν να συμβούν μέχρι να φτάσει το ποτήρι στα χείλη).
Άδμητος. Βασιλιάς των Φερών της Θεσσαλίας. Ήταν γιος του Φέρη και της Κλυμένης, σύζυγος της Άλκηστης και πατέρας του ομηρικού ήρωα Εύμηλου, του Ίππασου και της Περιμήλας. Πήρε μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου και στην Αργοναυτική Εκστρατεία. Στον Άδμητο υπηρέτησε επί ένα χρόνο ως βοσκός ο θεός Απόλλωνας, για να «εκτίσει» την ποινή που του επέβαλε ο Δίας για το φόνο των Κυκλώπων. Ο Άδμητος συμπεριφέρθηκε στο θεό με αγάπη και σεβασμό, γι’ αυτό ο Απόλλωνας τον βοήθησε πολλές φορές, όπως όταν ήθελε να παντρευτεί την Άλκηστη, κόρη του βασιλιά Πελία, ο οποίος θα την έδινε για σύζυγο σε όποιον ήταν ικανός να ζέψει σ’ ένα άρμα έναν αγριόχοιρο και ένα λιοντάρι. Αυτό το πέτυχε ο Άδμητος με τη βοήθεια του Απόλλωνα και του Ηρακλή. Ο ίδιος θεός τον έσωσε από την οργή της Άρτεμης, η οποία έστειλε φίδια να τον σκοτώσουν τη νύχτα του γάμου του, γιατί παρέλειψε να της προσφέρει θυσία. Ο Απόλλων έπεισε ακόμη τις Μοίρες να δεχτούν, αν θα έφτανε η ώρα του θανάτου του Άδμητου, να πεθάνει κάποιος άλλος στη θέση του. Κι όταν κάποτε ο Άδμητος αρρώστησε βαριά και ήταν ετοιμοθάνατος, η μόνη που δέχτηκε να θυσιαστεί ήταν η γυναίκα του Άλκηστη, που πέθανε για να τον σώσει. Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, την ξαναέφερε στη ζωή η Περσεφόνη, που συγκινήθηκε από τη μεγάλη συζυγική αγάπη. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, που χρησιμοποιεί και ο Ευριπίδης στην τραγωδία του «Άλκηστη», την έφερε πίσω στη ζωή ο Ηρακλής, αφού πάλεψε με τον Άδη και τον νίκησε.
Άδραστος..Βασιλιάς του Άργους, γιος του Ταλαού και της Λυσιμάχης, κόρης του Άβαντα. Ο Άδραστος είχε ακόμη τέσσερις αδελφούς, τους Παρθενοπαίο, Πρώνακτα, Μηκιστέα και Αριστόμαχο, και μια αδελφή, την Εριφύλη. Για ένα διάστημα τον απομάκρυνε από το Άργος ο συγγενής του Αμφιάραος και ο Άδραστος κατέφυγε στη Σικυώνα, όπου βασίλευε ο παππούς του Πόλυβος. Μετά το θάνατο του Πολύβου, ο Άδραστος έγινε βασιλιάς στη Σικυώνα, αλλά αργότερα συμφιλιώθηκε με τον Αμφιάραο, ξαναγύρισε στο Άργος και ανέλαβε πάλι τη βασιλεία. Στον Αμφιάραο έδωσε ως σύζυγο την αδερφή του Εριφύλη.
Όταν κατέφυγε στο Άργος ο Πολυνείκης, που τον έδιωξε από τη Θήβα ο αδερφός του Ετεοκλής, ο Άδραστος του πρόσφερε άσυλο, του έδωσε για γυναίκα την κόρη του Αργεία και του υποσχέθηκε να τον επαναφέρει στην πατρίδα του. Πραγματοποιώντας την υπόσχεσή του οργάνωσε μια μεγάλη εκστρατεία εναντίον της Θήβας. Ηγέτες του στρατού ήταν επτά ήρωες («επτά επί Θήβας»), που τάχθηκαν ο καθένας μπροστά σε μια από τις επτά πύλες της Θήβας. Ακολούθησε σκληρός αγώνας και τελικά οι Θηβαίοι κατόρθωσαν να αποκρούσουν τους Αργείους. Από τους επτά ήρωες σκοτώθηκαν οι έξι και διασώθηκε μόνο ο Άδραστος χάρη στο θεϊκό του άλογο, τον Αρείονα. Φεύγοντας ήρθε στην Αθήνα και έμεινε ικέτης στον Κολωνό, ζητώντας βοήθεια για να μπορέσει να θάψει τους νεκρούς της μάχης, πράγμα που είχε απαγορέψει ο νέος ηγεμόνας της Θήβας Κρέων. Κατά το μύθο, οι Αθηναίοι με το Θησέα εκστράτευσαν στη Θήβα και υποχρέωσαν τον Κρέοντα να επιτρέψει την ταφή των νεκρών.
Μερικά χρόνια αργότερα οι «Επίγονοι», τα παιδιά δηλαδή των ηρώων που είχαν σκοτωθεί, οργάνωσαν νέα εκστρατεία εναντίον της Θήβας, για να εκδικηθούν. Αυτή τη φορά κατόρθωσαν να κυριέψουν την πόλη και κατεδάφισαν το τείχος της. Στη σύγκρουση όμως που έγινε σκοτώθηκε ο γιος του Αδράστου Αιγιαλέας. Τόση ήταν η οδύνη του γέρου βασιλιά για την απώλεια του παιδιού του, ώστε, σύμφωνα με την παράδοση, πέθανε από τη λύπη του στα Μέγαρα.
Αδρίας. Πατέρας του Ιλλυριού Ιονίου, ιδρυτής της ομώνυμης πόλης στις ανατολικές ακτές της Βόρειας Ιταλίας. Αδρίας ονομαζόταν κατά την αρχαιότητα και η σημερινή Αδριατική θάλασσα.
Αερόπη. Κόρη του βασιλιά της Κρήτης Κατρέα και εγγονή του Μίνωα ή κόρη του ίδιου του Μίνωα. Παντρεύτηκε το βασιλιά των Μυκηνών Ατρέα, από τον οποίο απέκτησε τον Αγαμέμνονα και το Μενέλαο. Συνδέθηκε ερωτικά με τον αδερφό του συζύγου της το Θυέστη και του παρέδωσε κρυφά το χρυσό αρνί του Ατρέα, η κατοχή του οποίου συνδεόταν με την κατοχή του θρόνου των Μυκηνών. Ο Δίας όμως αποκάλυψε την απάτη κάνοντας τον Ήλιο να κινηθεί ανάποδα και να δύσει στην ανατολή. Ο Ατρέας εξόρισε προσωρινά το Θυέστη και, όταν ανακάλυψε τη μοιχεία, έπνιξε την Αερόπη στη θάλασσα. Το Θυέστη τον τιμώρησε στη συνέχεια σκληρά, παραθέτοντάς του σε γεύμα τις σάρκες των ίδιων των παιδιών του.
Σύμφωνα με μια άλλη παραλλαγή του μύθου, η Αερόπη παντρεύτηκε τον Πλεισθένη και μ' αυτόν απέκτησε τον Αγαμέμνονα και το Μενέλαο.



Αθάμας. Μυθικός ήρωας της Βοιωτίας, βασιλιάς του Βοιωτικού Ορχομενού. Κατά το μύθο που διασώζει ο Απολλόδωρος (Α, ΙΧ, 1), ο Αθάμας ήταν γιος του Αιόλου, γενάρχη και επώνυμου των Αιολέων, και της Εναρέτης (κατά μία άλλη εκδοχή, του Μινύα και της Φανοσύρας) και πήρε αρχικά γυναίκα τη Νεφέλη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, το Φρίξο και την Έλλη. Στη συνέχεια εγκατέλειψε τη Νεφέλη και πήρε γυναίκα την Ινώ, κόρη του Κάδμου και της Αρμονίας, με την οποία απέκτησε άλλα δύο παιδιά, το Λέαρχο και το Μελικέρτη.
Η Ινώ έτρεφε μια έντονη αντιπάθεια για τα παιδιά της Νεφέλης και έφτασε στο σημείο να θέλει να τα εξοντώσει. Έπεισε τότε τις γυναίκες του Ορχομενού να ψήνουν στη φωτιά το σιτάρι που προοριζόταν για σπορά, ώστε να μη φυτρώνει. Το αποτέλεσμα ήταν να πέσει στη χώρα λιμός, και ο Αθάμας έστειλε ανθρώπους στο μαντείο των Δελφών, για να μάθουν με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να απαλλαγούν από την αφορία της γης. Η Ινώ όμως κατόρθωσε να πείσει τους απεσταλμένους να πουν ότι, κατά το χρησμό, η ακαρπία θα σταματούσε, αν προσφερόταν θυσία στο Δία ο Φρίξος. Ο Αθάμας, υποκύπτοντας και στις πιέσεις των κατοίκων που ενδιαφέρονταν να καρπίσει η γη, οδήγησε το Φρίξο στο βωμό της θυσίας. Την τελευταία στιγμή όμως τον άρπαξε από εκεί η μητέρα του Νεφέλη και του έδωσε ένα χρυσόμαλλο κριάρι, δώρο του Ερμή, με το οποίο ο Φρίξος και η αδερφή του η Έλλη έφυγαν πετώντας πάνω από τη θάλασσα. Σύμφωνα με το μύθο, η Έλλη έπεσε από το κριάρι και πνίγηκε στη θάλασσα, που ονομάστηκε από εκείνη Ελλήσποντος.
Τα δεινά όμως του οίκου του Αθάμαντα δε σταμάτησαν εδώ. Σύμφωνα πάλι με τον Απολλόδωρο (Γ, ΙΥ, 3), ο Ερμής έφερε το Διόνυσο, γιο του Δία και της Σεμέλης, βρέφος στην Ινώ και τον Αθάμαντα, για να τον αναθρέψουν σαν κορίτσι, μακριά από τη ζηλότυπη Ήρα. Η Ινώ, που η Σεμέλη ήταν αδερφή της, δέχτηκε το βρέφος, αλλά αυτό εξόργισε την Ήρα, που έστειλε στο ζευγάρι μανία. Μέσα στον παραλογισμό του ο Αθάμας σκότωσε με το τόξο το Λέαρχο, νομίζοντας πως ήταν ελάφι, ενώ η Ινώ έριξε το άλλο παιδί της, το Μελικέρτη, σε ένα καζάνι με καυτό νερό και ύστερα, κρατώντας τον στην αγκαλιά της, πήδηξε στη θάλασσα. Και οι δύο μεταμορφώθηκαν σε θαλάσσιες θεότητες. Η Ινώ έγινε Λευκοθέα και ο Μελικέρτης Παλαίμων, και βοηθούν τους ναυτικούς στις δύσκολες ώρες της τρικυμίας. Κατά μία άλλη εκδοχή, η Ινώ πήδηξε στη θάλασσα κρατώντας ζωντανό στην αγκαλιά της το μικρό Μελικέρτη, που τον διέσωσε ένα δελφίνι και τον πήγε ως τις ακτές της Κορινθίας, όπου λατρευόταν ως Παλαίμων.
Μετά τα τραγικά αυτά γεγονότα ο Αθάμας έφυγε διωγμένος από τη Βοιωτία και αφού περιπλανήθηκε σε διάφορα μέρη εγκαταστάθηκε τελικά στην Αθαμαντία, περιοχή της Θεσσαλίας, στην οποία έδωσε το όνομά του. Εκεί πήρε και τρίτη γυναίκα, τη Θεμιστώ, κόρη του βασιλιά των Λαπιθών Υψέα, και απέκτησε μαζί της τέσσερα παιδιά.
Ο μύθος του Αθάμαντα έδωσε θέματα στους τραγικούς ποιητές. Ο Σοφοκλής έγραψε την τραγωδία «Αθάμας» και ο Ευριπίδης τις τραγωδίες «Ινώ» και «Φρίξος», έργα που δε σώθηκαν. Έδωσε ακόμη ο μύθος θέματα στις εικαστικές τέχνες, ζωγραφική και γλυπτική, της αρχαιότητας αλλά και των νεότερων χρόνων.
Αιακός. Γιος του Δία και της Αίγινας, μιας από τις είκοσι κόρες του Ασωπού ποταμού, πρώτος βασιλιάς του νησιού Αίγινα και γενάρχης του μεγάλου γένους των Αιακιδών. Τον θεωρούσαν ως το σοφότερο, τον ευσεβέστερο και το δικαιότερο των ανθρώπων και γι’ αυτό ευνοούμενο των θεών, οι οποίοι δέχονταν τις παρακλήσεις του και ικανοποιούσαν τα αιτήματά του.
Κατά το μύθο, ο Δίας οδήγησε την Αίγινα σ' ένα νησί του Σαρωνικού, που πήρε τότε το όνομά της, ενώ πρώτα λεγόταν Οινώνη ή ήταν ανώνυμο. Εκεί γεννήθηκε ο Αιακός. Κατά μία παραλλαγή, το νησί ήταν ακατοίκητο από την αρχή, ενώ κατά μία άλλη, η Ήρα, από ζηλοτυπία, δηλητηρίασε τα νερά του νησιού, με αποτέλεσμα να πεθάνουν όλοι οι κάτοικοί του, εκτός από τον Αιακό. Όταν αυτός μεγάλωσε, επειδή έπληττε και στενοχωριόταν μόνος του, παρακάλεσε το Δία να του δώσει συντρόφους. Εκείνος μεταμόρφωσε σε άντρες και γυναίκες τα μυρμήγκια που ζούσαν στην κουφάλα ενός δέντρου. Οι άνθρωποι αυτοί, εργατικοί και δραστήριοι, ονομάστηκαν Μυρμιδόνες και αργότερα ακολούθησαν τον Πηλέα, γιο του Αιακού και πατέρα του Αχιλλέα, στη θεσσαλική Φθία. Κατά την ίδια παράδοση, πρώτοι αυτοί κατασκεύασαν πλοία και έβαλαν σ’ αυτά ιστία.
Σύμφωνα μ' έναν άλλο μύθο, όταν κάποτε έπεσε στην Ελλάδα ανομβρία και η γη δεν έδινε καρπούς, ο Αιακός, μετά από αίτημα απεσταλμένων από όλες τις ελληνικές πόλεις, προσευχήθηκε στο Δία, που έστειλε βροχή κι έκανε τη γη να καρπίσει. Τέλος, άλλος μύθος αναφέρει ότι ο Αιακός, μαζί με τον Ποσειδώνα και τον Απόλλωνα, έχτισαν τα τείχη της Τροίας. Όταν τα τελείωσαν, ήρθαν τρία φίδια που προσπάθησαν να μπουν στην πόλη, αλλά το κατόρθωσε μόνο το ένα από την πλευρά που είχε χτίσει το τείχος ο Αιακός. Αυτό ήταν σημάδι ότι οι απόγονοι του Αιακού θα κυρίευαν την Τροία.
Ο Αιακός τιμήθηκε για τη σωφροσύνη και τη δικαιοσύνη του από τους θεούς και μετά το θάνατό του. Έγινε κριτής των νεκρών στον κάτω κόσμο, μαζί με το Μίνωα και το Ραδάμανθη, ή, κατά μία άλλη εκδοχή, έγινε κλειδούχος του Άδη.
Αιανός. Γιός του βασιλιά των Τυρρηνών Ελύμου. Είναι αυτός που ίδρυσε την πόλη Αιανή στη Δυτική Μακεδονία. Ο Στέφ. Βυζάντιος γράφει: «Αιανή, πόλις Μακεδονίας από Αιανού, παιδός Ελύμου του βασιλέως...».
Αιγαίων. Βασιλιάς της Εύβοιας. Είχε πρωτεύουσά του την Κάρυστο. Με τον ισχυρό στόλο του είχε κυριαρχήσει στο Αιγαίο πέλαγος.
Αιγέας. Βασιλιάς της Αθήνας, γιος του Πανδίονα και της Πελίας και πατέρας του Θησέα, τον οποίο απέκτησε με την Αίθρα στην Τροιζήνα. Όταν ο Θησέας μεγάλωσε, πήγε στην Αθήνα και αναγνωρίστηκε από τον πατέρα του ως κληρονόμος του βασιλείου.
Σύμφωνα με το μύθο, μετά την εξόντωση του Μινώταυρου στην Κρήτη, ο Θησέας επέστρεφε στην Αθήνα με πλοίο, το οποίο είχε μαύρα πανιά, παρά τη συμφωνία του να βάλει άσπρα, σε περίπτωση που επέστρεφε νικητής. Βλέποντας ο Αιγέας από μακριά το πλοίο με τα μαύρα πανιά νόμισε πως ο Θησέας κατασπαράχτηκε από το Μινώταυρο και πάνω στη θλίψη του έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε. Οι Λατίνοι μυθογράφοι αναφέρουν ότι το Αιγαίο πέλαγος πήρε το όνομά του από τον Αιγέα, εξαιτίας αυτού του γεγονότος.
Αιγιμιός. Βασιλιάς των Δωριέων που κατοικούσαν στην περιοχή της Εστιαιώτιδας Θεσσαλίας, γιος του γενάρχη των Δωριέων Δώρου και εγγονός του Έλληνα. Την εποχή της βασιλείας του οι Δωριείς απέκτησαν νόμους, λάτρεψαν το θεό Απόλλωνα και θεώρησαν το Δώρο γιο του θεού. Πολέμησε εναντίον των Λαπιθών, επειδή όμως δεν μπόρεσε να τους νικήσει, ζήτησε τη βοήθεια του Ηρακλή προσφέροντάς του ως αντάλλαγμα το ένα τρίτο της χώρας του. Με τη βοήθεια του Ηρακλή ο Αιγιμιός νίκησε. Ο Ηρακλής δε δέχτηκε την ανταμοιβή, αργότερα, όμως, μετά το θάνατό του, ο γιος του Ύλος, εξαιτίας λοιμού στην Πελοπόννησο, κατέφυγε στον Αιγιμιό, ο οποίος πρόθυμα του πρόσφερε ένα μέρος της χώρας του και μάλιστα τον υιοθέτησε.
Με την ονομασία «Αιγιμιός» αναφέρεται ένα αρχαίο έπος, από το οποίο μόνο λίγοι στίχοι σώθηκαν. Σε αυτό περιγραφόταν η μάχη των Δωριέων με τους Λαπίθες και μερικοί μύθοι σχετικοί με τον Αιγιμιό. Συγγραφέας του έπους θεωρείται ο Ησίοδος και από άλλους ο Κέκροπας από τη Μίλητο.
Αίγινα. Κόρη του ποταμού Ασωπού, την οποία άρπαξε ο Δίας και μετέφερε στο νησί Οινώνη, που από τότε ονομάστηκε Αίγινα.
Άμυκος. Ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Πελίας ή της νύμφης Μελίας. Ήταν βασιλιάς των Βεβρύκων, λαού της Βιθυνίας. Υποχρέωνε κάθε ξένο που τύχαινε να περάσει από τη χώρα του να πυγμαχήσει μαζί του και όλους γενικά τους νικούσε και τους σκότωνε. Ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι ένας από τους Διόσκουρους, ο Πολυδεύκης, τον νίκησε και τον σκότωσε. Πολλοί γλύπτες και χαράκτες χρησιμοποίησαν ως θέμα τον αγώνα μεταξύ Πολυδεύκη και Άμυκου.
Αμυμώνη. Κόρη του Δαναού και της Ευρώπης. Κάποτε ο Ποσειδώνας ξέρανε όλες τις πηγές της Αργολίδας, επειδή οργίστηκε με το βασιλιά της Ίναχο. Όταν ο Δαναός έφτασε στη χώρα, έστειλε τις 50 κόρες του να ερευνήσουν για νερό. Μια από αυτές, η Αμυμώνη, την ώρα που κοιμόταν κουρασμένη, δέχτηκε την επίθεση ενός Σάτυρου (σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ρίχνοντας ένα βέλος, χτύπησε κατά λάθος κοιμισμένο Σάτυρο, ο οποίος ξύπνησε και της επιτέθηκε). Η Αμυμώνη επικαλέστηκε τη βοήθεια του Ποσειδώνα, ο οποίος παρουσιάστηκε και καταδίωξε με την τρίαινά του το Σάτυρο. Το χτύπημα της τρίαινας δημιούργησε τη φημισμένη πηγή της Αμυμώνης, στην περιοχή της Λέρνας. Το περιστατικό στάθηκε η αφορμή ώστε να δημιουργηθεί ερωτικός δεσμός μεταξύ Ποσειδώνα και Αμυμώνης, από τον οποίο γεννήθηκε ο ήρωας Ναύπλιος. Ο μύθος ενέπνευσε πολλούς καλλιτέχνες κατά την αρχαιότητα, ενώ η σκηνή της συνάντησης Ποσειδώνα και Αμυμώνης διασώζεται και σε αρχαία νομίσματα.
Αμφιάραος. Μια από τις πιο ευγενικές και σεβαστές μορφές της ελληνικής μυθολογίας. Ήταν γιος του Οϊκλέα και εγγονός του Μελάμποδα, από τον οποίο κληρονόμησε τη μαντική τέχνη και τις θεραπευτικές ικανότητες. Βασίλεψε στο Άργος μαζί με το συγγενή του Άδραστο, του οποίου την αδελφή Εριφύλη πήρε γυναίκα του. Πήρε μέρος απρόθυμα στην εκστρατεία των ηγεμόνων του Άργους κατά της Θήβας. Μετά το οικτρό τέλος της εκστρατείας ο Αμφιάραος καταδιώχτηκε από το γιο του Ποσειδώνα Περικλύμενο και θα σκοτωνόταν επονείδιστα, αν δεν τον λυπόταν ο Δίας, που άνοιξε με κεραυνό χάσμα στη γη, που τον κατάπιε.
Υπάρχουν και άλλες παραλλαγές του μύθου για τον Αμφιάραο. Τιμήθηκε, πάντως, ως τα τελευταία προχριστιανικά χρόνια, για τη μαντική του ικανότητα, την ευσέβεια και τη δικαιοσύνη του και λατρεύτηκε ως θεός-γιατρός. Σε πολλά μέρη της Ελλάδας υπήρχαν ιερά του Αμφιάραου. Από τους ωραίους μύθους για τον Αμφιάραο εμπνεύστηκαν πολλοί ποιητές και καλλιτέχνες κατά την αρχαιότητα.
Αμφιτρύων(ας). Βασιλιάς της Τίρυνθας, γιος του Αλκαίου και εγγονός του Περσέα. Μητέρα του ήταν η Ιππονόμη, κόρη του Μενοικέα, ή η Λυσιδίκη, κόρη του Πέλοπα, ή η Λαονόμη. Επειδή σκότωσε κατά λάθος τον πατέρα της μνηστής του Αλκμήνης, αναγκάστηκε να εξαγνιστεί με εξορία στη Θήβα, κοντά στο βασιλιά Κρέοντα. Η Αλκμήνη δέχτηκε να τον παντρευτεί, με τον όρο να εκδικηθεί το θάνατο των αδερφών της, που είχαν σκοτωθεί από τους γιους του Πτερέλαου, βασιλιά των Ταφίων. Με τη βοήθεια του Κρέοντα, ο Αμφιτρύωνας κατάφερε να νικήσει τον Πτερέλεο και να πάρει εκδίκηση.
Λίγο πριν την επιστροφή του Αμφιτρύωνα από τον πόλεμο, η Δίας πήρε τη μορφή του βασιλιά και επισκέφτηκε την Αλκμήνη. Την ίδια νύχτα, της οποίας τη διάρκεια είχε τριπλασιάσει ο Δίας, την επισκέφτηκε και ο Αμφιτρύωνας. Εκείνη τον υποδέχτηκε με ψυχρότητα. Ο βασιλιάς έμαθε την αλήθεια από το μάντη Τειρεσία και θύμωσε τόσο πολύ, ώστε προσπάθησε να κάψει τη γυναίκα του. Ο Δίας, όμως, έριξε βροχή και έσβησε τη φωτιά. Όταν γεννήθηκαν τα δίδυμα της Αλκμήνης, ο Ηρακλής και ο Ιφικλής, ο Αμφιτρύωνας θέλησε να εξακριβώσει ποιο από τα δύο παιδιά ήταν το δικό του. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι αυτός έστειλε τα δυο φίδια στο λίκνο των διδύμων, και όχι η Ήρα, και από την υπερφυσική δύναμη του μικρού Ηρακλή που τα έπνιξε κατάλαβε ότι αυτός ήταν ο γιος του Δία. Ο μύθος του Αμφιτρύωνα ενέπνευσε πολλούς καλλιτέχνες και αρχαίους συγγραφείς.
Αμφίων. Γιος του Δία και την Αντιόπης, δίδυμος αδελφός του Ζήθου και σύζυγος της Νιόβης. Ο Αμφίων υμνείται ως μουσικός. Λέγεται ότι τη λύρα του την πήρε από τον Ερμή, ενώ άλλοι ισχυρίζονται ότι ήταν δώρο του Απόλλωνα ή του Δία ή των Μουσών. Στον Όμηρο αναφέρεται ότι ο Αμφίων και ο αδερφός του ο Ζήθος έχτισαν τα τείχη της Θήβας. Κατά τον Ησίοδο, ο Ζήθος έβγαζε τεράστιους βράχους από το βουνό και ο Αμφίων παίζοντας λύρα τους τοποθετούσε έτσι ώστε τα τείχη της Θήβας να χτίζονται χωρίς εργάτες. Αναφέρεται επίσης ότι οι πύλες των τειχών ήταν επτά όσες και οι χορδές της λύρας του Αμφίονα.
Κατά το μύθο, παντρεύτηκε τη Νιόβη και έκαναν μαζί 12 παιδιά, έξι κόρες και έξι γιους. Η Νιόβη όμως καυχήθηκε για τα πολλά παιδιά της στη Λητώ. Τότε τα παιδιά της Λητώς, ο Απόλλωνας και η Άρτεμη, σκότωσαν όλους τους γιους και τις κόρες της Νιόβης και του Αμφίονα.
Αμφότερος. Από τήν Ακαρνανίας, αδερφός του Ακαρνάνα, εγγονός του θεού Αχελώου και γιος του Αλκμέωνα και της Καλλιρρόης. Μαζί με τον αδερφό του ανέλαβαν να εκδικηθούν το φόνο του πατέρα τους και για το λόγο αυτό ενηλικιώθηκαν αμέσως, ύστερα από έκκληση της μητέρας τους στο Δία. Αφού όμως σκότωσαν τους δολοφόνους του πατέρα τους, τους γιους του Φυγέα, τον ίδιο το Φυγέα και τη γυναίκα του, μολυσμένοι πια, πήγαν στους Δελφούς, όπου, με εντολή του Αχελώου, αφιέρωσαν στον Απόλλωνα το περιδέραιο και το πέπλο της Αρμονίας.
Αιήτης. Βασιλιάς της Κολχίδας, γιος του Ήλιου και της Ωκεανίδας Πέρσης, πατέρας της Μήδειας ή και της Κίρκης. Κατά την παράδοση, ο Αιήτης ήταν κληρονόμος του θρόνου της Κορίνθου, αλλά έφυγε μακριά, στη χώρα που ονομάστηκε Αία, αφήνοντας στην Κόρινθο την εντολή το βασίλειο να δοθεί στον πρώτο απόγονό του που θα το ζητούσε. Ο Αιήτης φιλοξένησε στη χώρα του το Φρίξο, όταν πήγε σ’ αυτή με το χρυσόμαλλο δέρας, και του έδωσε την κόρη του Χαλκιόπη για γυναίκα. Αργότερα, όταν εμφανίστηκαν στην Κολχίδα οι Αργοναύτες, ο Αιήτης δέχτηκε να τους δώσει το πολύτιμο δέρας, αν ο Ιάσονας κατόρθωνε να εξοντώσει τους γίγαντες, που θα φύτρωναν από χωράφι, το οποίο θα όργωνε με χαλκοπόδαρους άγριους ταύρους και θα έσπερνε με δόντια δράκου. Η Μήδεια βοήθησε τον Ιάσονα, αλλά ο Αιήτης δεν τήρησε το λόγο του. Έτσι ο Ιάσονας έκλεψε το χρυσόμαλλο δέρας, και οι Αργοναύτες με τη Μήδεια μαζί έφυγαν από την Κολχίδα. Ο Αιήτης τούς καταδίωξε στον Εύξεινο Πόντο κι εκεί, κατά μία εκδοχή, σκοτώθηκε.
Αιθαλίδης.Γιός του Ερμή και της Θεσσαλής Ευπολέμειας. Ο θεός πατέρας του τον προίκισε με καταπληκτική μνήμη. Στην Αργοναυτική εκστρατεία ήταν ο κήρυκας των Αργοναυτών. Είναι γνωστός ως «κήρυξ ετερήμερος», διότι μετά το θάνατό του μπορούσε τη μια μέρα να βρίσκεται στον Άδη και την άλλη να ζει στον επάνω κόσμο.


Αίθρα. Μητέρα του μεγάλου ήρωα Θησέα, κόρη του βασιλιά της Τροιζήνας Πιτθέα. Αυτή ανέθρεψε στην Τροιζήνα το Θησέα, τον οποίο απέκτησε με το βασιλιά της Αθήνας Αιγέα, ώσπου ο ήρωας, έφηβος, πήρε τα όπλα του πατέρα του, κάτω από τεράστιο βράχο που σήκωσε ο ίδιος κι έφυγε στην Αθήνα. Στο δρόμο πραγματοποίησε τους γνωστούς άθλους του.
Άικλος ή Αίκλος. Γιος του Ξούθου, αδελφός του Κόθου, ιδρυτής ορισμένων αρχαίων πόλεων της Εύβοιας. Μαζί με τον αδελφό του έδιωξε τους Άβαντες από το νησί κι εγκατέστησε σ’ αυτό Ίωνες αποίκους.
Αίμονας. Βασιλιάς της Θεσσαλίας, επώνυμος ήρωας των Αιμόνων. Αναφέρεται ως γιος του Δία ή του Πελασγού και πατέρας του Θεσσαλού.
Αινείας. Γιός του Αγχίση και της θεάς Αφροδίτης. Μεγάλωσε στην πόλη Δάρδανο, στο σπίτι του Αλκάθου, συζύγου της αδελφής του Ιπποδάμειας. Μετά τον Έκτορα ήταν ο πιο γενναίος στον Τρωικό πόλεμο. Ήταν αγαπητός στους ανθρώπους και στους θεούς, που τον έσωσαν σε δύσκολες στιγμές. Η Αφροδίτη τον κάλυψε με πέπλο, για να τον σώσει από το Διομήδη, ο Απόλλωνας πολλές φορές στη μάχη πήρε το μέρος του και ο Ποσειδώνας τον έσωσε από τον Αχιλλέα και προφήτεψε το μεγαλείο της γενιάς του. Ο Όμηρος δεν αναφέρει τη μετάβασή του στην Ιταλία, αλλά δίνει στον Αινεία και τους απογόνους του τον τίτλο του αρχηγού των Τρώων. Οι περισσότερες αφηγήσεις αναφέρουν ότι ο Αινείας, μετά την πτώση της Τροίας, αφού πήρε στους ώμους του το γέρο πατέρα του Αγχίση, αποσύρθηκε στο βουνό Ίδη με τους φίλους του και τα αγάλματα των θεών. Τη φυγή αυτή του Αινεία από την Τροία αναφέρει ο Στησίχορος στην «Ιλίου πέρσιν» και ο Σοφοκλής σε αποσπάσματα του «Λαοκόοντα».
Στην περιπλάνησή του πέρασε από τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Σικελία και την Καρχηδόνα, όπου γνώρισε τη Διδώ. Τις περιπέτειές του στις θάλασσες αναφέρει με λεπτομέρειες στην «Αινειάδα» ο Βιργίλιος. Τέλος, έφτασε στο Λάτιο, όπου τον φιλοξένησε ο βασιλιάς Λατίνος. Εκεί ίδρυσε την πόλη Λαβίνιουμ, από το όνομα της Λαβινίας, θυγατέρας του Λατίνου, την οποία είχε παντρευτεί. Μετά το θάνατο του Λατίνου έγινε βασιλιάς στο Λάτιο.
Αίσακος. Γιος του Πριάμου και της Αρίσβης (κατά τον Απολλόδωρο), θυγατέρας του Μέροπα, ή της Αλεξιρρόης (κατά τον Οβίδιο), θυγατέρας του Γρανικού ποταμού. Από τον παππού του Μέροπα διδάχτηκε την τέχνη της ονειροκρισίας. Όταν η Εκάβη ήταν έγκυος, είδε στον ύπνο της ότι γέννησε φλεγόμενο δαυλό. Ο Αίσακος ερμήνευσε το όνειρο και είπε στον Πρίαμο ότι το παιδί που θα γεννηθεί –ο Πάρης– θα γίνει αιτία μεγάλης συμφοράς για την πατρίδα. Συμβούλεψε μάλιστα να πετάξουν το βρέφος, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος. Μετά το θάνατο της γυναίκας του Αστερόπης ή της ερωμένης του Εσπερίας –όπως αναφέρεται από τους Λατίνους ποιητές– από δάγκωμα δηλητηριώδους φιδιού, ο Αίσακος από τη μεγάλη θλίψη του έπεσε στη θάλασσα να πνιγεί. Οι θεοί όμως τον λυπήθηκαν και τον μεταμόρφωσαν σε «βουτήχτρα».
Αμφίλοχος. Ήταν γιος του Αμφιάραου και της Εριφύλης και αδερφός του Αλκμέωνα. Πήρε μέρος στον πόλεμο των Επιγόνων και στον τρωικό πόλεμο. Μετά τη λήξη του τρωικού πολέμου έμεινε στη Μ. Ασία και ίδρυσε μαζί με το μάντη Μόψο μαντείο στην πόλη Μαλλό της Κιλικίας. Σύμφωνα με το μύθο σκοτώθηκε σε μια μονομαχία με το Μόψο ή, κατά μια άλλη εκδοχή, σκοτώθηκε από τον Απόλλωνα στους Σόλους ή στο Αλήιο Πεδίο ή στη Συρία. Μια άλλη παραλλαγή του μύθου αναφέρει ότι ο Αμφίλοχος μετά το τέλος του τρωικού πολέμου πήγε στην Αμφιλοχία της Ακαρνανίας και έχτισε εκεί το Αμφιλοχικό Άργος και τις υπόλοιπες πόλεις της Αμφιλοχίας.
Αίσων ή Αίσονας. Γιος του Κρηθέα, ιδρυτή της Ιωλκού, και της Τυρούς, θυγατέρας του Σαλμωνέα, πατέρας του περίφημου Ιάσονα. Κατά την παράδοση, ο ετεροθαλής αδελφός του Αίσονα, Πελίας, τον απομάκρυνε από το θρόνο της Ιωλκού και για να απαλλαγεί και από τον Ιάσονα τον έστειλε στην Κολχίδα να του φέρει το χρυσόμαλλο δέρας. Όταν έφτασε η είδηση του χαμού των Αργοναυτών, ο Αίσονας ήπιε αίμα ταύρου, κατά μια παράδοση θεληματικά, κατ’ άλλη έπειτα από πίεση του Πελία, και πέθανε. Κατά μια άλλη παράδοση, ο Αίσονας ζούσε ακόμη όταν επέστρεψε από την Αργοναυτική εκστρατεία ο Ιάσονας, και η Μήδεια τον ξανάκανε νέο.
Αιτωλός. Γενάρχης των Αιτωλών. Υπάρχουν πολλοί μύθοι σχετικά με τη γενεαλογία του Αιτωλού. Κατά τον πιο γνωστό ήταν γιος του Ενδυμίονα, βασιλιά της Ήλιδας, και της Αστεροδίας ή, κατ’ άλλους, της Χρομίας, κόρης του Ιτώνου. Σε αγώνα δρόμου που θέσπισε ο Ενδυμίονας, για να καθοριστεί ο διάδοχος του θρόνου, νίκησε ο αδελφός του Αιτωλού Επειός. Ο τρίτος από τους αδελφούς, ο Παίωνας, έφυγε δυσαρεστημένος στη Μακεδονία. Ο Αιτωλός έμεινε στη πατρίδα του, αλλά έπειτα από την καταδίκη του για τον ακούσιο φόνο του Άπη, γιου του Ιάσονα, κατέφυγε στη γύρω από τον Αχελώο χώρα των Κουρήτων. Εκεί σκότωσε τους γιους του Απόλλωνα και της Φθίας, οι οποίοι τον φιλοξένησαν, και έμεινε κύριος της χώρας, η οποία από τότε ονομάστηκε Αιτωλία. Από το γάμο του με την Προνόη, κόρη του Φόρβου, γεννήθηκαν ο Πλευρών και ο Καλυδών, οι οποίοι έγιναν οι επώνυμοι άρχοντες των δύο γνωστών αιτωλικών πόλεων.
Ακάδημος ή Εκάδημος. Αττικός ήρωας, από τον οποίο πήρε το όνομά της η Ακαδήμεια, ιερό άλσος της Αθήνας, όπου είχε τη σχολή του ο Πλάτωνας. Κατά το μύθο, όταν οι Διόσκουροι επέδραμαν στην Αττική για να ελευθερώσουν την αδελφή τους Ελένη, ο Ακάδημος τους φανέρωσε το μέρος όπου την είχε κρύψει ο Θησέας, δηλαδή την Άφιδνα. Για το λόγο αυτό τιμήθηκε πολύ από τους Τυνδαρίδες, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι, από σεβασμό προς τον Ακάδημο, απέφυγαν να λεηλατήσουν την Ακαδήμεια στις επιδρομές τους κατά της Αττικής.
Άκακος. Ιδρυτής και επώνυμος ήρωας του Ακακησίου, πόλης αρκαδικής, γιος του Λυκάονα. Ο Παυσανίας αναφέρει μια αρκαδική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο Άκακος ήταν ο τροφέας του Ερμή.
Ακαρνάνας ή Ακαρνάν. Γιος του Αλκμέωνα και της Καλλιρρόης, κόρης του Αχελώου, αδελφός του Αμφότερου. Θεωρείται επώνυμος άρχοντας των Ακαρνάνων, οι οποίοι προηγουμένως ονομάζονταν Κουρήτες (ή Κούρητες). Όταν ο πατέρας του Ακαρνάνα Αλκμέωνας σκοτώθηκε από τους γιους του Φηλέα, η Καλλιρρόη παρακάλεσε το Δία να ανδρώσει τους δύο μικρούς γιους της, τον Ακαρνάνα και τον Αμφότερο, για να εκδικηθούν. Πραγματικά τα παιδιά μεγάλωσαν αμέσως και, αφού σκότωσαν τους γιους και τη γυναίκα του Φηλέα, πήγαν στους Δελφούς, όπου, με εντολή του Αχελώου, αφιέρωσαν στον Απόλλωνα το περιδέραιο και το πέπλο της Αρμονίας. Έπειτα προχώρησαν στη Δυτική Ελλάδα, όπου ίδρυσαν την Ακαρνανία, που πήρε το όνομα του μεγαλύτερου αδελφού. Ο Πίνδαρος αναφέρει τον Ακαρνάνα ως έναν από τους μνηστήρες της Ιπποδάμειας, τους οποίους σκότωσε ο πατέρας της Οινόμαος.
Άκαστος. Γιος του Πελία και της Αναξίβιας, ο τελευταίος βασιλιάς της Ιωλκού πριν από την εισβολή των Θεσσαλών (περί το 1100 π.Χ.). Πρώτος εξάδερφος του Ιάσονα, πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία παρά τη θέληση του Πελία, καθώς και στο κυνήγι του καλυδώνιου κάπρου. Μετά τον οικτρό φόνο του Πελία από τις κόρες του Πελιάδες, ο Άκαστος έγινε βασιλιάς της Ιωλκού και μάλιστα θέσπισε αγώνες προς τιμή του πατέρα του, τα «άθλα του Πελίου», τους οποίους ύμνησε ο Στησίχορος και απεικόνισαν διάφοροι ζωγράφοι. Στην αυλή του Ακάστου κατέφυγε ο Πηλέας μετά τον ακούσιο από μέρους του φόνο του Ευρυτίωνα. Η γυναίκα του Ακάστου Αστυδάμεια (Ιππολύτη κατ’ άλλους), επειδή αποκρούστηκε στον έρωτά της από τον Πηλέα, κατάφερε να προκαλέσει με τις διαβολές της την οργή του Ακάστου κατά του Πηλέα. Έτσι ο Άκαστος, αφού τον οδήγησε στο Πήλιο και του αφαίρεσε κρυφά το μαχαίρι, τον εγκατέλειψε για να τον φάνε τα άγρια θηρία. Με τη βοήθεια όμως του Κένταυρου Χείρωνα ο Πηλέας σώθηκε και, αφού γύρισε στην Ιωλκό, σκότωσε τον Άκαστο και τη γυναίκα του.
Ακρίσιος. Βασιλιάς του Άργους, γιος του Άβαντα και της Αγλαΐας, δίδυμος αδελφός του Προίτου. Σύμφωνα με την παράδοση, οι δίδυμοι άρχισαν να φιλονικούν από την κοιλιά της μητέρας τους. Στον αγώνα που έγινε μεταξύ τους, όταν μεγάλωσαν, υπερίσχυσε ο Ακρίσιος και έδιωξε τον Προίτο από το πατρικό κράτος. Όταν αργότερα ο Προίτος γύρισε με στρατεύματα του πεθερού του Ιοβάτη, βασιλιά της Λυκίας, ο Ακρίσιος αναγκάστηκε να συμβιβαστεί και του παραχώρησε την Τίρυνθα.
Από την Ευρυδίκη, κόρη του Λακεδαίμονα, ο Ακρίσιος απόχτησε τη Δανάη. Όταν απευθύνθηκε στο μαντείο των Δελφών, για να μάθει αν θα αποχτήσει και αρσενικό παιδί, πήρε χρησμό σύμφωνα με τον οποίο δε θα αποκτούσε ο ίδιος αγόρι, αλλά θα σκοτωνόταν από το γιο της Δανάης. Όταν η Δανάη γέννησε τον Περσέα, τρομαγμένος ο Ακρίσιος από την πιθανή επαλήθευση του χρησμού, τους έριξε και τους δύο στη θάλασσα. Σώθηκαν όμως στο νησί Σέριφο και, όταν αργότερα ο Ακρίσιος έμαθε ότι κατευθύνονται προς το Άργος, έφυγε για τη Λάρισα. Κατά τύχη πήγε εκεί και ο Περσέας, για να πάρει μέρος στους νεκρικούς αγώνες, που είχαν θεσπιστεί από το βασιλιά Τευταμίδη προς τιμή του πατέρα του. Σε αγώνα δισκοβολίας ο Περσέας τυχαία χτύπησε με το δίσκο τον Ακρίσιο. Το χτύπημα ήταν θανάσιμο και έτσι επαληθεύτηκε ο δελφικός χρησμός.
Ακταίονας ή Ακταίων. Γιος του Αρισταίου και της Αυτονόης, κόρης του Κάδμου. Ήταν άριστος κυνηγός και πήγαινε για κυνήγι με τους 50 σκύλους του. Κάποτε κουρασμένος από το κυνήγι έπεσε να κοιμηθεί. Όταν ξύπνησε, είδε την Άρτεμη γυμνή να παίρνει το μπάνιο της στην πηγή των Μεγάρων, δίπλα στο σημείο όπου ο Ακταίονας είχε ξαπλώσει. Η θεά οργισμένη, επειδή την είδε γυμνή, μετέδωσε λύσσα στους σκύλους του, οι οποίοι και τον κατασπάραξαν. Το φάντασμα του Ακταίονα εμφανιζόταν συχνά στον Ορχομενό της Βοιωτίας, όπου, κατά συμβουλή της Πυθίας, κατασκευάστηκε πέτρινο άγαλμά του με επένδυση σίδερου.
Ακταίος. Ο πρώτος βασιλιάς της Αττικής, πατέρας της Αγραύλου, την οποία παντρεύτηκε ο Κέκροπας που αναφέρεται από άλλους ως πρώτος βασιλιάς της Αττικής. Από το όνομά του πιθανόν ονομάστηκε η Αττική αρχικά Ακτή ή Ακταία ή Ακτική.
Αλεκτρυόνας. Ακόλουθος του θεού Άρη. Όταν ο θεός συναντιόταν με την Αφροδίτη, ο Αλεκτρυόνας εκτελούσε χρέη φρουρού, ειδοποιώντας το ζευγάρι ότι ανέτειλε ο Ήλιος, για να μην τους δει καθώς περνούσε με το άρμα του στον ουρανό. Κάποτε όμως αποκοιμήθηκε, με αποτέλεσμα ο Ήλιος να τους δει και να φανερώσει το μυστικό τους στο σύζυγο της Αφροδίτης Ήφαιστο. Ο Ήφαιστος τύλιξε τους δύο εραστές με ένα λεπτό χαλύβδινο δίχτυ. Αυτοί, αφού γελοιοποιήθηκαν μπροστά στους θεούς, απελευθερώθηκαν με την επέμβαση του Ποσειδώνα.
Ο Άρης τιμώρησε τον Αλεκτρυόνα για την αμέλειά του μεταμορφώνοντάς τον σε πετεινό, ο οποίος, κατά την παράδοση, από τότε αναγγέλλει με το λάλημά του την ανατολή του Ήλιου.
Αλεύας. Εγγονός του Ηρακλή και γιος του Θεσσαλού. Κατά την παράδοση ήταν ο γενάρχης της οικογένειας των Αλευάδων ηγεμόνων της Θεσσαλίας. Ονομαζόταν και Πυρρός, γιατί είχε πυρόξανθα μαλλιά. Βασιλιάς της Θεσσαλίας έγινε με χρησμό του μαντείου των Δελφών και έκανε εξαιρετικά ισχυρό το κράτος του.
Αλκάθους. Βασιλιάς των Μεγάρων, γιος του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας. Μετά το φόνο του ετεροθαλή αδερφού του Χρύσιππου διώχθηκε από την πατρίδα του Ήλιδα και κατέφυγε στα Μέγαρα. Εκεί σκότωσε τον Κιθαιρώνιο λέοντα, που είχε προξενήσει μεγάλες καταστροφές στην περιοχή, και ως ανταμοιβή ο βασιλιάς των Μεγάρων του έδωσε ως σύζυγο την κόρη του Ευαίχμη. Ο Αλκάθους έτσι διαδέχτηκε στο θρόνο το βασιλιά των Μεγάρων. Στα χρόνια της βασιλείας του τα Μέγαρα αναπτύχθηκαν εντυπωσιακά και απέκτησαν μεγάλη δύναμη. Ο Αλκάθους ενίσχυσε τα τείχη της πόλης και έκτισε ναούς προς τιμή της Αρτέμιδας, του Απόλλωνα, της Αθηνάς Νίκης κ.ά. Οι Μεγαρείς τον τιμούσαν ιδιαίτερα και τον αποκαλούσαν «Ηρακλή των Μεγάρων».
Άλκηστη ή Άλκηστις. Κόρη του Πελία και της Αναξίβιας ή της Φιλομάχης. Η Άλκηστη ξεχώριζε για την ομορφιά της ανάμεσα στις αδελφές της τόσο, ώστε ο πατέρας της είπε ότι θα τη δώσει γυναίκα σε όποιον κατορθώσει να ζέψει σε άρμα λιοντάρια και κάπρους. Τον άθλο κατόρθωσε να τον πραγματοποιήσει, λένε, ο Άδμητος, χάρη στη βοήθεια του θεού Απόλλωνα, και την παντρεύτηκε. Η Άλκηστη του αφοσιώθηκε με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Δυστυχώς, όμως, ο Άδμητος κάνοντας θυσίες προς τους θεούς την ημέρα των γάμων του ξέχασε την Άρτεμη. Οργισμένη εκείνη του έστειλε πλήθος από φίδια. Σώθηκε από τον κίνδυνο χάρη στο θεό Απόλλωνα. Ο Απόλλων έπεισε ακόμη τις Μοίρες να δεχτούν, αν θα έφτανε η ώρα του θανάτου του Άδμητου, να πεθάνει κάποιος άλλος στη θέση του. Όταν ήρθε η ημέρα του θανάτου του, προθυμοποιήθηκε να θυσιαστεί η Άλκηστη. Βαριά μελαγχολία κυρίεψε από τότε τον Άδμητο. Τον λυπήθηκε όμως ο Ηρακλής, κατέβηκε στον Άδη, νίκησε το θάνατο και ξανάφερε την Άλκηστη στη ζωή
Η Άλκηστη θεωρούνταν σπάνιο παράδειγμα συζυγικής αφοσίωσης και αυταπάρνησης, προσωποποίηση και σύμβολο συζυγικής αρετής. Ενέπνευσε πλήθος ποιητές, ζωγράφους και γλύπτες. Είναι πασίγνωστη η ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη
Αλκίνοος. Βασιλιάς των Φαιάκων, εγγονός του Ποσειδώνα, γιος του Ναυσίθοου και πατέρας της Ναυσικάς. Είχε προικιστεί από τους θεούς με υπερφυσικά χαρίσματα και ο λαός των Φαιάκων τον τιμούσε σαν θεό. Κατά το Θουκυδίδη, υπήρχε στην Κέρκυρα ναός του («τέμενος Αλκινόου»). Ο Αλκίνοος έγινε γνωστός για τη φιλοξενία του προς τον Οδυσσέα, ο οποίος έφτασε στο νησί των Φαιάκων, αφού εγκατέλειψε το νησί της Καλυψώς. Το όνομά του αναφέρεται επίσης σε ορισμένα επεισόδια του αργοναυτικού κύκλου.
Αλκμέων. Ήρωας της Θήβας, γιος του Αμφιάραου και της Εριφύλης. Για να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του, σκότωσε τη μητέρα του Εριφύλη. Καταδιωγμένος από τις Ερινύες εκπατρίστηκε και παραφρόνησε. Είναι ο ήρωας των τραγωδιών «Αλκμέων ο διά Κορίνθου» και «Αλκμέων ο διά Ψωφίδος» του Ευριπίδη και των «Εριφύλη ή Επίγονοι» και «Αλκμέων» του Σοφοκλή, οι οποίες δε σώζονται. Ο τραγικός ήρωας ενέπνευσε και άλλους ποιητές και καλλιτέχνες, αρχαίους και νεότερους.
Αλκμήνη. Ανιψιά και γυναίκα του Αμφιτρύωνα, κατά τη διάρκεια απουσίας του οποίου γέννησε τον Ηρακλή από το Δία. Σύμφωνα με μία παράδοση, μετά το θάνατο του Αμφιτρύωνα παντρεύτηκε το Ραδάμανθη, αδελφό του Μίνωα. Πέθανε στην Αλίαρτο ή στο δρόμο από το Άργος προς τη Θήβα και θάφτηκε στα Μέγαρα. Η Αλκμήνη λατρευόταν σε πολλά μέρη της Ελλάδας, όπως στην Αλίαρτο, στα Μέγαρα, στο Κυνόσαργες, στην Αιξωνή, στη Θήβα. Η μορφή της απεικονίστηκε σε πολλές παραστάσεις από την αρχαϊκή περίοδο και ο Κάλαμης είχε κατασκευάσει χάλκινο άγαλμά της.
Αιγληίδα. Κόρη του Σπαρτιάτη Υάκινθου. Κατά τη μυθολογία ο Υάκινθος μετανάστευσε στην Αθήνα με τις τέσσερις κόρες του. Όταν η Αθήνα πολιορκήθηκε από το Μίνωα της Κρήτης, οι κόρες του δέχτηκαν να θυσιαστούν για να σωθεί η πόλη. Η θυσία τους όμως δεν είχε αποτέλεσμα, διότι οι Αθηναίοι συνθηκολόγησαν με βαρείς όρους. Από τότε υποχρεώθηκαν να στέλνουν στην Κρήτη κάθε χρόνο επτά νέους και επτά νέες για τροφή στο Μινώταυρο.
Ανδρόγεως. Γιος του βασιλιά της Κρήτης Μίνωα και της Πασιφάης, ο οποίος φημιζόταν ως άριστος αθλητής. Κατά μία παραλλαγή του μύθου, έπειτα από νίκη του στους αγώνες των Παναθηναίων, προκάλεσε τη ζήλια του βασιλιά της Αθήνας Αιγέα. Αυτός, για να τον εξοντώσει, τον έστειλε να σκοτώσει το μαραθώνιο ταύρο, από τον οποίο ο Ανδρόγεως βρήκε το θάνατο. Αυτό στάθηκε η αφορμή της εκστρατείας του βασιλιά Μίνωα εναντίον των Αθηναίων, οι οποίοι στη συνέχεια υποχρεώθηκαν να στέλνουν κάθε χρόνο δεκατέσσερις νέους στην Κρήτη ως τροφή του Μινώταυρου.
Ανδρομάχη. Πρόσωπο της ελληνικής μυθολογίας, που αναφέρεται από τον Όμηρο. Καταγόταν από τη Θήβα της Τροίας και ήταν κόρη του Ηετίωνα, βασιλιά των Κιλίκων και σύζυγος του Έκτορα, γιου του βασιλιά της Τροίας Πρίαμου. Με τον Έκτορα απέκτησε τον Αστυάνακτα. Περιγράφεται από τον Όμηρο στην Ιλιάδα ως αφοσιωμένη, πιστή και τρυφερή σύζυγος, προικισμένη με μεγάλα και ευγενικά αισθήματα. Έξοχος είναι ο διάλογός της με τον Έκτορα, όπου του ζητάει να μην ξαναβγεί στη μάχη, καθώς και οι σκηνές του θρήνου της για το θάνατο του Έκτορα και του γιου της Αστυάνακτα, που τον έριξαν από τα τείχη οι Αχαιοί, όταν κυρίεψαν την Τροία. Μετά την άλωση της Τροίας αιχμαλωτίστηκε και δόθηκε στο γιο του Αχιλλέα Νεοπτόλεμο, που την έφερε στη Φθία. Με το Νεοπτόλεμο απόκτησε το Μολοσσό, και πιθανόν τον Πίελο και τον Πέργαμο. Μετά το θάνατο του Νεοπτόλεμου έγινε σύζυγος του Έλενου, αδερφού του Έκτορα, τον οποίο και ακολούθησε στην Ήπειρο. Από τον Έλενο απόκτησε το γιο της Κεστρίνο. Όταν ο Έλενος πέθανε, η Ανδρομάχη πήγε στη Μυσία, μαζί με το γιο της Πέργαμο, ο οποίος αργότερα ίδρυσε την πόλη Πέργαμο, όπου έχτισε και ηρώο της Ανδρομάχης. Ο μύθος της Ανδρομάχης ενέπνευσε τις ομώνυμες τραγωδίες του Ευριπίδη, του Ρωμαίου Κόιντου και του Γάλλου Ρακίνα, καθώς και μετέπειτα καλλιτέχνες, ζωγράφους, ποιητές και μουσουργούς.
Ανδρομέδα. Κόρη του Κηφέα, βασιλιά των Αιθιόπων, και της Κασσιόπης. Ο Ποσειδώνας οργισμένος από την αλαζονεία της Κασσιόπης, η οποία είχε καυχηθεί πως είναι ωραιότερη από τις Νηρηίδες, έστειλε στη χώρα θαλάσσιο κήτος που έτρωγε ανθρώπους και ζώα. Σύμφωνα με μαντικό χρησμό η χώρα θα σωζόταν, αν το κήτος έτρωγε την κόρη της Κασσιόπης Ανδρομέδα. Ενώ όμως η Ανδρομέδα στεκόταν σ' ένα βράχο, έτοιμη λεία για το κήτος, την είδε ο Περσέας που έτυχε να περνάει, την ερωτεύτηκε και, αφού σκότωσε το ζώο, την παντρεύτηκε και απόκτησε μαζί της έξι γιους και μία κόρη. Ο μεγαλύτερος γιος τους ονομαζόταν Πέρσης και κατά την παράδοση απ’ αυτόν κατάγονταν οι Πέρσες. Το μύθο της Ανδρομέδας διαπραγματεύτηκαν σε τραγωδίες τους ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης. Υπήρξε επίσης πηγή έμπνευσης για αρχαίους καλλιτέχνες καθώς και για νεότερους.
Ανταίος. Βασιλιάς της Λιβύης, γιος του Ποσειδώνα και της Γης. Ήταν γίγαντας με τερατώδη μορφή και μεγάλη σωματική δύναμη. Η επαφή του με τη γη ανανέωνε συνεχώς τη δύναμή του, ώστε ήταν ακατανίκητος. Εξανάγκαζε σε πάλη μαζί του κάθε ξένο που περνούσε από την περιοχή του και τον εξόντωνε. Με τα κρανία των θυμάτων του έχτισε ναό του Ποσειδώνα. Τον Ανταίο τον σκότωσε ο Ηρακλής πηγαίνοντας να φέρει τα μήλα των Εσπερίδων. Παλεύοντας μαζί του, πρόσεξε τον τρόπο με τον οποίο ο Ανταίος ανανέωνε τις δυνάμεις του. Έτσι, σηκώνοντάς τον ψηλά, τον εμπόδισε να αγγίξει τη γη για να πάρει καινούριες δυνάμεις και τον νίκησε. Αργότερα ο Ανταίος λατρεύτηκε ως θεός στην Ανταιούπολη, πόλη της Άνω Αιγύπτου, κοντά στον ποταμό Νείλο, όπου υπήρχε και ναός του.
Αντήνωρ. Ήρωας της Τροίας. Ήταν γιος του Αισυήτη ή του Ικετάονα και της Κλεομήστρας. Σύζυγός του ήταν η αδερφή της Εκάβης, Θεανώ, που ήταν ιέρεια της Αθηνάς. Μαζί απέκτησαν 11 γιους και μία κόρη.
Κατά την παράδοση, ήταν ο σοφός σύμβουλος των Τρώων. Αποδοκίμασε τον Πάρη για την αρπαγή της Ελένης και συνέστησε στους συμπατριώτες του την παράδοσή της στο σύζυγό της Μενέλαο. Πήγε στο στρατόπεδο των Αχαιών μαζί με τον Πρίαμο για να συζητήσει μαζί τους τους όρους της μονομαχία του Πάρη και του Μενέλαου.
Φιλοξένησε στο σπίτι του το Μενέλαο και τον Οδυσσέα, όταν πήγαν στην Τροία να ζητήσουν την Ελένη. Γι’ αυτό και οι Έλληνες, μετά την άλωση της Τροίας, σεβάστηκαν αυτόν και την οικογένειά του.
Στη «Μικρή Ιλιάδα» ο Λέσχης αφηγείται πως τη νύχτα που έγινε η άλωση της Τροίας ο Οδυσσέας βοήθησε το γιο του Αντήνορα Ελικάονα, που ήταν τραυματισμένος. Στους Δελφούς, στη Λέσχη των Κνιδίων, εικονίζεται το σπίτι του Αντήνορα με δέρμα λεοπάρδαλης στην πόρτα, σημάδι για τους Έλληνες να μην το πειράξουν.
Διάφορες μεταγενέστερες παραδόσεις τον χαρακτηρίζουν εχθρό της πατρίδας του, εξαιτίας της ευνοϊκής συμπεριφοράς του προς τους Έλληνες. Παραδίδεται μάλιστα ότι άνοιξε το Δούρειο Ίππο και τη Σκαιά Πύλη στο Νεοπτόλεμο και ότι η σύζυγός του παρέδωσε το Παλλάδιον στον Οδυσσέα και το Διομήδη.
Κατά τον Πίνδαρο ο Αντήνορας και οι γιοι του εγκαταστάθηκαν στην Κυρήνη. Η επικρατέστερη όμως παράδοση αναφέρει ότι πήγαν στη Θράκη και από εκεί στην Ιταλία όπου ίδρυσαν το Πατάβιον. Κατά το Στράβωνα ορισμένα μέλη της οικογένειας του Αντήνορα έφτασαν μέχρι την Ιβηρική χερσόνησο όπου ίδρυσαν την Ωκέλλα. Τέλος, κατά τη μεταγενέστερη παράδοση παρέμειναν στην πατρίδα τους και ίδρυσαν ένα νέο κράτος.
Αντιγόνη. Κόρη του Οιδίποδα και της Ιοκάστης, σύμφωνα με τον επικρατέστερο μύθο, αδελφή των Πολυνείκη, Ετεοκλή και Ισμήνης. Σύμφωνα με τον Παυσανία, τα 4 αδέλφια ήταν παιδιά του Οιδίποδα και της Ευρυγάνειας.
Ο Σοφοκλής στην τραγωδία του «Οιδίπους επί Κολωνώ» αναφέρει ότι η Αντιγόνη συνόδεψε τον πατέρα της στον Κολωνό μετά τη φυγή του από τη Θήβα. Ο Ευριπίδης στην τραγωδία του «Φοίνισσαι» διηγείται ότι η Αντιγόνη οδηγήθηκε από το Θησέα στη Θήβα. Τον πιο γνωστό μύθο της Αντιγόνης διαπραγματεύεται ο Σοφοκλής στην ομώνυμη τραγωδία του. Σύμφωνα με αυτόν η Αντιγόνη προσπαθεί να πείσει την αδελφή της να θάψουν το πτώμα του αδελφού τους Πολυνείκη ενάντια στη διαταγή του βασιλιά των Θηβών Κρέοντα. Η σύγκρουση ανάμεσα στους άγραφους νόμους, που επιτάσσουν την απόδοση τιμών στους νεκρούς, και στη θέληση του ηγεμόνα αναδεικνύει την Αντιγόνη σε κορυφαίο πρότυπο της προσωπικής ελευθερίας και αξιοπρέπειας. Τελικά συλλαμβάνεται από τον Κρέοντα, καθώς προσπαθεί να τιμήσει το νεκρό και κλείνεται σε έναν τάφο ζωντανή. Παρά τις παρακλήσεις του γιου του Αίμωνα, που είναι και μνηστήρας της Αντιγόνης, να την ελευθερώσει, ο Κρέοντας δεν μεταπείθεται. Ο Αίμωνας αυτοκτονεί, δίπλα στο απαγχονισμένο πτώμα της Αντιγόνης. Ο Κρέοντας, μετά την αυτοκτονία και της γυναίκας του Ευρυδίκης, μετανιώνει που προσέβαλε τους θεούς και δεν πρόλαβε να άρει την άδικη απόφασή του.
Αντίκλεια. Μητέρα του Οδυσσέα, κόρη του Αυτόλυκου και σύζυγος του Λαέρτη. Αποκαλείται «ομόθηρος» της θεάς Άρτεμης, γιατί τη συντρόφευε στα κυνήγια της.
Όπως αναφέρει ο Όμηρος, η Αντίκλεια έτρεφε μεγάλη αγάπη προς τον Οδυσσέα και πέθανε από τη λύπη της για την πολύχρονη απουσία του γιου της.
Ό Μέγας Αχιλλεύς, ο γενναιότερος των Ελλήνων .Ήταν γιος του Πηλέα, βασιλιά της Θεσσαλικής Φθίας, και της Θέτιδας, που ήταν Νηρηίδα, κόρη του Ωκεανού. Τον ονόμαζαν και Αιακίδη, Πηλείδη, Πηλείων και Πηληιάδη. Περιγράφεται ως δυνατός νέος, με ξανθά μαλλιά και μάτια που έλαμπαν, με αρρενωπό, στητό παράστημα και βροντερή φωνή. Ασύγκριτος ήταν ο ηρωισμός του.
Σύμφωνα με την παράδοση, η μητέρα του Θέτιδα εμπιστεύτηκε την ανατροφή του στο Φοίνικα, το σοφό αρχηγό των Δολόπων. Κατ’ άλλη εκδοχή ο Πηλέας τον έστειλε κοντά στον κένταυρο Χείρωνα στο Πήλιο. Στους μύθους του Ησιόδου διαβάζουμε πως η Θέτιδα για να τον κάνει αθάνατο, τον βούτηξε στη φωτιά ή, σύμφωνα με άλλους, στα νερά της Στυγός. Τον κρατούσε όμως από τη φτέρνα, η οποία έμεινε έτσι το μόνο τρωτό σημείο του σώματός του (αχίλλειος πτέρνα). Ο κένταυρος Χείρωνας ξέθαψε το γίγαντα Δάμυσο, γνωστό για την ταχυποδία του όσο ζούσε, απέσπασε το κόκαλο από το πόδι του και το έβαλε στη φτέρνα του Αχιλλέα. Έτσι ο ήρωας κληρονόμησε την ταχύτητα του γίγαντα εκείνου. Ο Χείρωνας του δίδαξε να κυνηγά, να τραγουδά και να παίζει λύρα. Διδάχτηκε ακόμη την ιατρική από τη Φιλύρα και τη νύμφη Χαρικλώ. Οι Μοίρες τού πρότειναν να διαλέξει ανάμεσα σε μια σύντομη μα ένδοξη ζωή και σε μια πολύχρονη μα άδοξη, και εκείνος, χωρίς δισταγμό, προτίμησε την πρώτη. Όταν ήταν εννιά χρονών, ο μάντης Κάλχας είπε πως μόνο με τον Αχιλλέα θα έπαιρναν οι Έλληνες την Τροία. Η μητέρα του τότε θορυβήθηκε, γιατί ήξερε ότι στην Τροία τον περίμενε ο θάνατος. Τον έστειλε λοιπόν στη Σκύρο, στο βασιλιά Λυκομήδη, ανάμεσα στις πολλές του κόρες. Τον έντυσαν με γυναικεία ρούχα και του έδωσαν το όνομα Πυρρά, από τα ξανθά του μαλλιά. Εκεί αργότερα παντρεύτηκε μια κόρη του Λυκομήδη, τη Δηιδάμεια, και απόχτησε γιο, το Νεοπτόλεμο ή Πύρρο.Όταν ξεκίνησε ο τρωικός πόλεμος ο μάντης Κάλχας αποκάλυψε στον Οδυσσέα το νησί όπου κρυβόταν ο Αχιλλέας. Όταν ο Οδυσσέας μαζί με το Διομήδη έφτασε στη Σκύρο με ένα αμάξι φορτωμένο με πραμάτειες, οι κόρες του Λυκομήδη έτρεξαν χαρούμενες να ψωνίσουν και ανάμεσά τους σε λίγο, ντυμένος γυναικεία, και ο Αχιλλέας. Και ενώ οι κοπέλες πρόσεχαν τα εμπορεύματα, εκείνος περιεργαζόταν ένα σπαθί. Ο Διομήδης, δασκαλεμένος, άρχισε να σαλπίζει εμβατήριο πολεμικό. Έσχισε τότε ο Αχιλλέας τα γυναικεία ρούχα του και άρπαξε το σπαθί και την ασπίδα. Γύρισε κατόπιν στη Φθία, για να ζητήσει την πατρική ευλογία και ξεκίνησε με τους Μυρμιδόνες του για την Τροία. Η Θέτιδα πρόσφερε στο γιο της όπλα που κανείς δεν είχε μέχρι τότε χρησιμοποιήσει. Πήρε μαζί του και τα δυο του άλογα, τον Ξάνθο και το Βάλιο, που ο Ποσειδώνας είχε δωρίσει στους γάμους των γονέων του. Πριν ξεκινήσει ο Αχιλλέας, ο Πηλέας έταξε στο θεό Σπερχειό να του αφιερώσει τα ολόξανθα μαλλιά του γιου του, αν γύριζε ζωντανός από τον πόλεμο. Έφτασε στην Αυλίδα με τους γενναίους Μυρμιδόνες του, με 50 πλοία, συνοδευόμενος από τον παιδικό και αχώριστο φίλο του, τον Πάτροκλο. Στην Τροία αναδείχτηκε ο πιο γενναίος ήρωας. Απέκλεισε στα τείχη τους Τρώες, κυρίεψε 13 παράλιες και 12 μεσόγειες πόλεις, λεηλάτησε τη χώρα, και έφτασε ως τις ακτές του Ελλήσποντου και ως μέσα στη Σκυθία.Η «Ιλιάδα» του Ομήρου έχει ως θέμα την οργή του Αχιλλέα («Μήνιν άειδε, θεά, Πηλιάδεω Αχιλλήος...»). Στο δέκατο χρόνο του πολέμου, οργισμένος από τον Αγαμέμνονα, που ως αρχιστράτηγος του πήρε τη Βρισηίδα, λάφυρο του Αχιλλέα, κλείστηκε στη σκηνή του και αρνήθηκε να συνεχίσει τον πόλεμο. Ξεθαρρεμένοι οι Τρώες βγήκαν έξω από τα τείχη και έφεραν σε πολύ δύσκολη θέση τους Αχαιούς. Ο Αχιλλέας έμενε ασυγκίνητος. Ο Αγαμέμνονας του έστειλε πίσω τη Βρισηίδα και τα λάφυρα, εκείνος όμως ήταν αμετάπειστος. Αλλά όταν ο Πάτροκλος σκοτώθηκε από τον Έκτορα, αφού πολέμησε γενναία με την πανοπλία του Αχιλλέα, τότε μόνο συμφιλιώθηκε με τον Αγαμέμνονα και όρμησε στη μάχη για να πάρει το νεκρό σώμα του φίλου του. Τα ποτάμια γέμισαν από πτώματα από τους εχθρούς που σκότωσε. Στη σκληρή μονομαχία των δύο αντίπαλων ηρώων ο Έκτορας σκοτώθηκε. Ο Αχιλλέας τον έδεσε τότε στο άρμα του και τον έσυρε για να τον εξευτελίσει για το χαμό του Πατρόκλου. Σε μια άλλη μάχη, όμως, ένα φαρμακωμένο βέλος βρήκε τον Αχιλλέα στη φτέρνα και τον σκότωσε. Η παράδοση λέει πως ο Πάρις έριξε το βέλος, αν και ο Όμηρος δεν αναφέρει το φονιά. Οι Έλληνες, ύστερα από μάχη σκληρή, πήραν το πτώμα του Αχιλλέα. Η Θέτιδα και οι άλλες Νηρηίδες βγήκαν από τη θάλασσα και οι Μούσες κατέβηκαν από τα βουνά για να τον κλάψουν. Τη 18η ημέρα οι Έλληνες άναψαν μεγάλη φωτιά, έκαψαν το σώμα του Αχιλλέα, ράντισαν τη στάχτη με κρασί και την έθαψαν στο ακρωτήριο Σίγειο στις ακτές του Ελλήσποντου. Επάνω στον τάφο του ύψωσαν τύμβο και εκεί, μετά την ταφή, έγιναν αγώνες με έπαθλα τα πολύτιμα δώρα της Θέτιδας και των άλλων θεών.Η ζωή του Αχιλλέα υπήρξε πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες από την αρχαιότητα ως σήμερα. Στο ακρωτήριο Σίγειο, στο σημείο όπου ήταν ο τύμβος του Αχιλλέα, προσέφερε θυσίες και ο Μ. Αλέξανδρος μόλις πέρασε τον Ελλήσποντο, όταν άρχισε η εκστρατεία του κατά των Περσών.
Οί Θεοί ηγάπων τόν Πηλέα, ή δέ Ήρα είχε δώσει αυτώ συζύγου τήν παρ’αυτής ανατραφείσαν Θέτιν, νηρηίδα, μίας έκ τών θαλασσίων Θεαινών. Άπαντες οί Θεοί παρευρέθησαν είς τούς γάμους των καί εχάρισαν είς τόν Αχιλλέα πανοπλίαν καί δύο αθανάτους Ίππους, τόν Ξάνθον καί τόν Βάλιον. Ό Χείρων εδίδαξε είς αυτόν τάς τέχνας τού πολέμου, τού λόγου καί τής ιατρικής. Ό ίδιος ό Νέστωρ καί ό Οδυσσέας ήλθον νά παρακαλέσωσι τόν Αχιλλέα. Ό στόλος τών Μυκηναίων ήταν 1186 πλοία καί αριθμούσε 135000 άνδρες.
Αγαμέμνων. Ονομαστός βασιλιάς των Μυκηνών και αρχιστράτηγος των Ελλήνων στον Τρωικό πόλεμο. Κατά τη μυθολογία, ο Αγαμέμνονας ήταν γιος του Ατρέα (από όπου και το «Ατρείδης») και της Αερόπης, κόρης του Μίνωα. Γυναίκα του είχε την Κλυταιμήστρα, κόρη του βασιλιά της Σπάρτης Τυνδάρεω και αδελφή της Ελένης, την οποία είχε παντρευτεί ο αδελφός του Μενέλαος. Πήρε μέρος στην εκστρατεία της Τροίας, επικεφαλής των εκατό πλοίων του, ως αρχιστράτηγος των Ελλήνων, καθώς ήταν ο ισχυρότερος ηγεμόνας. Στην αρχή της εκστρατείας όμως παρουσιάστηκε ένα σοβαρό πρόβλημα. Η θεά Άρτεμη, που ήταν οργισμένη με τον Αγαμέμνονα επειδή αυτός είχε σκοτώσει το ιερό της ελάφι, δεν άφηνε να φυσήξει ευνοϊκός άνεμος, με αποτέλεσμα τα πλοία των Ελλήνων να μένουν καθηλωμένα στην Αυλίδα της Εύβοιας. Για να εξευμενίσει τη θεά ο Αγαμέμνων αναγκάστηκε να της προσφέρει ως θυσία την κόρη του Ιφιγένεια. Στην Τροία φιλονίκησε με τον Αχιλλέα για χάρη της αιχμάλωτης Χρυσηίδας, με αποτελέσματα καταστρεπτικά για τους Έλληνες. Όταν, μετά την άλωση του Ιλίου, γύρισε στην πατρίδα του, τις Μυκήνες, βρήκε το θάνατο μέσα στο λουτρό από το χέρι της γυναίκας του Κλυταιμήστρας, που τον καιρό της απουσίας του Αγαμέμνονα συζούσε με τον εξάδελφό του τον Αίγισθο. Πρόφαση της δολοφονίας ήταν η εκδίκηση για τη θυσία της Ιφιγένειας. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή (Οδύσσεια, α, 35-41), τον Αγαμέμνονα δολοφόνησε ο Αίγισθος, ενώ η Κλυταιμήστρα ήταν συνεργός. Για το θάνατο του βασιλιά των Μυκηνών εκδικήθηκε αργότερα, όταν ενηλικιώθηκε, ο γιος του Ορέστης σκοτώνοντας τη μητέρα του και τον Αίγισθο.Ο Όμηρος παρουσιάζει τον Αγαμέμνονα ως άντρα ώριμο, υψηλού αναστήματος, εύσωμο, μεγαλοπρεπή μέσα στη λαμπρή πανοπλία του. Ήταν αντιπροσωπευτικός τύπος άρχοντα της εποχής εκείνης. Η μορφή του ενέπνευσε τους τραγικούς ποιητές Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη και άλλους αρχαίους και νεότερους δημιουργούς, καλλιτέχνες, γλύπτες, ζωγράφους, μουσικούς κτλ.
Κατά το έτος 1876 ο Γερμανός Σλήμαν ανακάλυψε στις Μυκήνες, κοντά στην Πύλη των Λεόντων, πέντε τάφους γεμάτους από χρυσό και άλλους θησαυρούς. Πίστεψε τότε ότι πρόκειται για τους τάφους του Αγαμέμνονα και της ακολουθίας του. Όμως αυτό δεν είναι βέβαιο. Πρόκειται, χωρίς αμφιβολία, για τάφους βασιλικούς, όπως μαρτυρούν οι άφθονοι θησαυροί τους, και δεν αποκλείεται ένας απ’ αυτούς να είναι του Αγαμέμνονα. Άλλοι, όμως, για τάφο του θεωρούν ένα άλλο μνημείο έξω από την ακρόπολη, μεγαλοπρεπέστατο, που βρέθηκε δυστυχώς συλημένο και είναι γνωστό σήμερα ως «Θησαυρός του Ατρέως» ή «Τάφος του Αγαμέμνονος». Την εποχή που υποτίθεται ότι έζησε ο Αγαμέμνων (12ος αι. π.Χ.), το κράτος των Μυκηνών γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή του, ιδίως στη θάλασσα. Με την αρχιστρατηγία των Ελλήνων, που ανέλαβε κατά τον τρωικό πόλεμο, πέτυχε την υποτυπώδη έστω και προσωρινή πολιτική ένωση των ελληνικών πόλεων.
Αίας ο Οϊλέως ή Λοκρός. Ήρωας της ελληνικής μυθολογίας, γιος του Οϊλέα και της Εριωπίδας, ηγεμόνας των Οπούντιων Λοκρών που κατοικούσαν στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, στις ακτές του Ευβοϊκού κόλπου απέναντι από την Εύβοια. Ήταν ένας από τους μνηστήρες της ωραίας Ελένης και, δεμένος κι αυτός με τον όρκο του Τυνδάρεω, πήρε στη συνέχεια μέρος στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας οδηγώντας 40 πλοία.
Στις μάχες του τρωικού πολέμου ο Αίας αναδείχτηκε γενναίος μαχητής και ήταν πολύ καλός ακοντιστής. Δε φορούσε βαριά πανοπλία, όπως οι άλλοι γνωστοί ομηρικοί ήρωες, αλλά θώρακα από λινάρι, ήταν δηλαδή "λινοθώραξ". Το ίδιο ελαφρά οπλισμένοι ήταν και οι πολεμιστές του, που δεν πολεμούσαν στην πρώτη γραμμή αλλά τόξευαν από πίσω. Στην Ιλιάδα (Ν 714-718) διαβάζουμε:
"Δεν είχαν τούτοι κράνη χάλκινα με φούντες αλογίσιες,
κι ουδ' είχαν και κοντάρια φράξινα και στρογγυλά σκουτάρια,
μον' στα δοξάρια και τις κόρδες τους, μ' αρνόμαλλο στριμμένες
είχαν τα θάρρη τους κι ακλούθησαν μαζί στην Τροία και τούτοι,
κι όλο μ' αυτά χτυπούσαν κι έσπαζαν τις φάλαγγες των Τρώων."
[Μετάφρ. Ν. Καζαντζάκη - Ι. Θ. Κακριδή]
Μια άλλη ιδιότητα του ομηρικού αυτού ήρωα ήταν η ταχύτητα στο τρέξιμο, στο οποίο μόνο ο Αχιλλέας μπορούσε να παραβγεί μαζί του. Στην Ιλιάδα πολύ συχνά ο Αίας αναφέρεται ως "Οϊλήος ταχύς υιός", που ήταν μοναδικός στο να κυνηγάει τους αντιπάλους και να τους προφταίνει, όταν αυτοί το έβαζαν στα πόδια. Στους αγώνες που έγιναν προς τιμή του νεκρού του Πατρόκλου, στα "άθλα επί Πατρόκλω", πήρε μέρος στο αγώνισμα του δρόμου μαζί με τον Οδυσσέα. Κι ενώ έτρεχε πρώτος και θα κέρδιζε σίγουρα τον αγώνα, η Αθηνά, που δεν τον συμπαθούσε, τον έκανε να πατήσει πάνω σε κοπριές βοδιών, να γλιστρήσει, να πέσει και να γεμίσει βρομιές. Νικητής αναδείχτηκε φυσικά ο Οδυσσέας, ενώ ο Αίας γελοιοποιήθηκε, καθώς όσοι παρακολουθούσαν γελούσαν με το πάθημά του (Ιλ. Ψ, 754-774).
Ο Αίας ο Λοκρός ήταν πολύ πιο μικρόσωμος από τον ομώνυμό του Αίαντα τον Τελαμώνιο, πίσω από τη μεγάλη ασπίδα του οποίου μπορούσε να καλύπτεται. Συνήθως οι δύο Αίαντες πολεμούσαν μαζί, και στην Ιλιάδα (Ν 701-708) διαβάζουμε μια ωραία παρομοίωση για το συντροφικό τους αγώνα:
«Ο Αίας, ωστόσο, ο γρήγορος του Οϊλέα, μακριά καθόλου
από τον Αίαντα δε ξαλάργευε, το γιο του Τελαμώνα.
Πώς στέριο αλέτρι σε πρωτόργωτο χωράφι αδερφωμένα
ζευγάρια βόδια κρασοκόκκινα τραβούνε, κι ο ιδρώτας
γύρω βαθιά στα ριζοκέρατα περίσσιος αναβρύζει
και μόνο ο γυαλιστός ανάμεσα ζυγός τα διαχωρίζει
στο αυλάκι όπως τραβούν, και σκίζεται το χώμα μπρος στ' αλέτρι,
όμοια σμιχτά και τούτοι εστέκουνταν ο ένας στον άλλο δίπλα.»
[Μετάφρ. Ν. Καζαντζάκη - Ι. Θ. Κακριδή]
Ο Αίας διέπρεψε σε πολλές μάχες του τρωικού πολέμου. Ιδιαίτερα αρίστευσε στις σκληρές συγκρούσεις που έγιναν στο τείχος των Αχαιών, όταν οι Τρώες με επικεφαλής τον Έκτορα απείλησαν να το κυριέψουν και να βάλουν φωτιά στα πλοία. Αρίστευσε ακόμη, μαζί με τον άλλο Αίαντα, στον αγώνα που έγινε γύρω από το σώμα του νεκρού Πατρόκλου, το οποίο οι Τρώες προσπαθούσαν να αρπάξουν και να σύρουν στην Τροία.
Παράλληλα όμως και σε αντίθεση με τις σπουδαίες πολεμικές του αρετές, ο Αίας παρουσιάζεται να έχει κακό χαρακτήρα και σοβαρά ελαττώματα. Ήταν βίαιος, θρασύς, ασεβής και εριστικός. Και είναι χαρακτηριστικό ένα επεισόδιο που αναφέρεται στο Ψ της Ιλιάδας (στ. 540-498): Στους αγώνες που έγιναν προς τιμή του νεκρού Πατρόκλου και στο αγώνισμα της αρματοδρομίας, καθώς οι αρματοδρόμοι φάνηκαν να έρχονται από μακριά, ο ηγέτης των Κρητών Ιδομενέας είπε πως διέκρινε πρώτο το Διομήδη. Ο Αίας όμως, που νόμιζε ότι πρώτος ερχόταν ο Εύμηλος, μίλησε γι' αυτόν τον ασήμαντο λόγο πολύ άσχημα στον Ιδομενέα και χρειάστηκε να επέμβει ο Αχιλλέας για να μην ξεσπάσει άγρια φιλονικία.
Τη σκληρότητα και την ασέβειά του έδειξε ο Αίας και κατά την άλωση της Τροίας. Μπήκε τότε στο ναό της Αθηνάς, άρπαξε την Κασσάνδρα, που είχε αγκαλιάσει το άγαλμα της θεάς, την απέσπασε απ' αυτό, ρίχνοντάς το μάλιστα κάτω, και τη βίασε μέσα στον ιερό χώρο. Γι' αυτή του τη βέβηλη πράξη, που προκάλεσε την οργή της θεάς, οι Έλληνες ήθελαν να τον σκοτώσουν, αλλά εκείνος κατέφυγε ικέτης στο βωμό της Αθηνάς κι έτσι γλίτωσε.
Στο τέλος όμως δεν απέφυγε τον όλεθρο. Καθώς επέστρεφε από την Τροία, τα καράβια του βούλιαξαν από τρικυμία ή, κατά μία άλλη εκδοχή, το πλοίο του το βύθισε με κεραυνό η Αθηνά, και σώθηκε μόνο αυτός πάνω σ' ένα βράχο, τη Γυραία πέτρα. Εκεί, δείχνοντας ακόμη μία φορά τον κακό του χαρακτήρα, καυχήθηκε αλαζονικά ότι σώθηκε από τη φουρτουνιασμένη θάλασσα μόνος του, ενάντια στη θέληση των θεών ("αέκητι θεών"). Τότε ο Ποσειδώνας που τον άκουσε χτύπησε οργισμένος με την τρίαινα το βράχο, τον κομμάτιασε και ο Αίας έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε (Οδύσσεια, δ 499-511).Ο Σοφοκλής έγραψε μια τραγωδία με τον τίτλο "Αίας ο Λοκρός", που σήμερα είναι χαμένη. Ίσως μια σκηνή της τραγωδίας αυτής να εικονίζεται σ' έναν ερυθρόμορφο κρατήρα του β΄ μισού του 4ου αιώνα π.Χ., όπου παριστάνεται η Κασσάνδρα μέσα στο ναό της Αθηνάς να έχει αγκαλιάσει το άγαλμα της θεάς, το "παλλάδιο", και να προσπαθεί να κρατηθεί απ' αυτό, ενώ ο Αίας ο Λοκρός, κρατώντας στο ένα χέρι γυμνό ξίφος, έχει αρπάξει με το άλλο την Κασσάνδρα από τα μαλλιά και προσπαθεί να την αποσπάσει από το άγαλμα. Το δραματικό αυτό επεισόδιο ήταν, κατά τις μαρτυρίες που υπάρχουν, και το θέμα σε πολλούς πίνακες μεγάλων ζωγράφων
Αίας ο Τελαμώνιος. Ήρωας της ελληνικής μυθολογίας, γιος του μυθικού βασιλιά της Σαλαμίνας Τελαμώνα και της Περίβοιας ή Ερίβοιας και εγγονός του Αιακού. Αδερφός του από άλλη μητέρα ήταν ο Τεύκρος, ο καλύτερος τοξότης των Ελλήνων στον τρωικό πόλεμο.
Σύμφωνα μ' ένα μύθο, όταν επρόκειτο να γεννηθεί ο Αίας, ο Ηρακλής, που ήταν φίλος του Τελαμώνα, ευχήθηκε στο Δία να γεννηθεί αγόρι. Ο Δίας έστειλε τότε έναν αετό, σημάδι ότι η ευχή είχε εισακουστεί. Κατά μία άλλη εκδοχή, ο αετός εμφανίστηκε, όταν ο Ηρακλής τύλιξε το νεογέννητο βρέφος στη λεοντή του και παρακάλεσε το Δία να το κάνει άτρωτο. Έτσι ο Αίας ήταν, κατά το μύθο αυτό, άτρωτος και μόνο στη μασχάλη ή στη μία πλευρά, σημεία που δεν είχαν καλυφθεί από τη λεοντή, ήταν τρωτός.
Ο Αίας ο Τελαμώνιος ήταν ένας από τους μνηστήρες της ωραίας Ελένης. Δεμένος έτσι με τον όρκο του Τυνδάρεω, πήρε κι αυτός μέρος στον τρωικό πόλεμο οδηγώντας δώδεκα πλοία με Σαλαμίνιους πολεμιστές και στρατοπέδευσε στην τρωική ακτή μαζί με τους Αθηναίους. Στον πόλεμο αναδείχτηκε ο σημαντικότερος, μετά τον Αχιλλέα, ήρωας των Ελλήνων. Η δράση του στο τρωικό πεδίο και τα πολεμικά του κατορθώματα αναφέρονται σε μεγάλα τμήματα της Ιλιάδας, στην οποία το όνομά του συνοδεύεται από ενδεικτικούς για τη γενναιότητά του χαρακτηρισμούς, όπως "μεγ' άριστος ανδρών", "πελώριος", "έρκος Αχαιών" (προπύργιο, πύργος των Αχαιών) κ.ά.
Όπως παρουσιάζεται στα έπη, ήταν γιγαντόσωμος, πολύ δυνατός και ατρόμητος πολεμιστής. Με το μεγάλο του ανάστημα και την επιβλητική του εμφάνιση ξεχώριζε από όλους τους Έλληνες που είχαν πάει στην Τροία. Όταν τον βλέπει ο Πρίαμος, ο γέρος βασιλιάς της Τροίας, που παρατηρεί πάνω από το κάστρο του το πεδίο της μάχης, εντυπωσιάζεται και ρωτά την Ελένη να του πει ποιος είναι εκείνος ο μεγάλος Αργίτης "που τους ξεπερνάει όλους στο ανάστημα και στις φαρδιές τις πλάτες". Κι η Ελένη τού αποκρίνεται:
"ούτος δ' Αίας εστί πελώριος, έρκος Αχαιών" (Ιλ. Γ, 229)
Ο Σαλαμίνιος ήρωας πολεμούσε φορώντας αστραφτερή χάλκινη πανοπλία, όπως και οι άλλοι ομηρικοί ήρωες, και κρατούσε ένα μακρύ κοντάρι. Πολύ μεγάλη ήταν η ασπίδα του, καμωμένη από επτά επάλληλα δέρματα βοδιών. Καλυμμένος πίσω απ' αυτή πολεμούσε και ο ομοπάτριος αδερφός του, ο λαμπρός τοξότης Τεύκρος, που έβγαινε για να τοξεύσει και κρυβόταν πάλι πίσω της, "όπως το παιδί στην αγκαλιά της μάνας" (Ιλ. Θ, 271). Όταν ο Αίας έμπαινε στη μάχη, ήταν τέτοια η ορμή του, ώστε πολύ δύσκολα οι αντίπαλοι μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν. Στο Λ της Ιλιάδας (στ. 492-497) διαβάζουμε χαρακτηριστικά:
"Βροχή πώς ρίχνει ο Δίας αλύπητη, κι ο ποταμός φουσκώνει,
κι απ' τα ψηλά βουνά ξεχύνεται και πλημμυράει τον κάμπο,
και πλήθος δρυς κυλούν στο ρέμα του ξεροί, και πλήθος πεύκα,
και πλήθος λάσπες, φρύγανα, και στο γιαλό τα ρίχνει,
παρόμοια ο μέγας Αίας χυμίζοντας στον κάμπο εκυνηγούσε
και σκότωνε και Τρώες κι αλόγατα... "
Όταν ο Έκτορας, ο μεγαλύτερος ήρωας των Τρώων, προκάλεσε αλαζονικά σε μονομαχία έναν οποιοδήποτε Έλληνα ήρωα, κληρώθηκε για να τον αντιμετωπίσει ο Αίας, γεγονός που χαροποίησε τους συμπολεμιστές του. Κι ο Αίας...
"... με ολάστραφτο χαλκό γοργά αρματώθη,
κι ως όλα τ' άρματά του εφόρεσε τρογύρα στο κορμί του,
χύθηκε ομπρός, σαν το θεόρατο τον Άρη ...
Τέτοιος ασκώθη ο Αίας ο γίγαντας, των Αχαιών ο πύργος,
χαμογελώντας μ' άγριο πρόσωπο, κι εχύθη με μεγάλες
μπρος δρασκελιές, το μακρογίσκιωτο κοντάρι του κουνώντας.
Κι οι Αργίτες χάρηκαν θωρώντας τον, όμως οι Τρώες ενιώσαν
απ' άγριο φόβο να τους λύνονται κάτω μεριά τα γόνα.
Ακόμα και στα στήθια του Έκτορα βαριά η καρδιά χτυπούσε,
όμως να φύγει πια δε δύνουνταν, μια κι είχε αντροκαλέσει..."
(Ιλιάδα, Η, 206-218, Μετάφρ. Ν. Καζαντζάκη - Ι. Θ. Κακριδή)
Στη μονομαχία που ακολούθησε ο Αίας υπερείχε. Όμως έφτασε η νύχτα και οι κήρυκες σταμάτησαν τον αγώνα. Οι δύο μονομάχοι χώρισαν χαρίζοντας ο ένας στον άλλο δώρα, ως αμοιβαία αναγνώριση της αξιοσύνης τους.
Σε κάποια φάση του πολέμου οι Τρώες, επωφελούμενοι από την απουσία του Αχιλλέα, έφτασαν ορμητικοί ως τα πλοία των Ελλήνων και απειλούσαν, με επικεφαλής το γενναίο Έκτορα, να τα βάλουν φωτιά. Τότε ο Αίας αναδείχτηκε η ψυχή της αντίστασης, πραγματικό "έρκος" (φράχτης) των Αχαιών. Σε κάποια στιγμή μάλιστα χτύπησε τον Έκτορα με μια μεγάλη πέτρα και τον έριξε κάτω. Τον γλίτωσαν όμως οι σύντροφοί του, που τον πήραν μακριά από την πρώτη γραμμή της μάχης (Ξ, 410 κ.ε.). Αρίστευσε ακόμη και στον αγώνα που έγινε για το σώμα του νεκρού Πατρόκλου, το οποίο οι Τρώες προσπαθούσαν να πάρουν και να το σύρουν στην Τροία. Εκεί ο Αίας, αγωνιζόμενος μαζί με τον Οδυσσέα, κατόρθωσε να το πάρει και να το μεταφέρει –χωρίς όμως τα όπλα του, που ήταν του Αχιλλέα και είχαν προλάβει να τα πάρουν οι αντίπαλοι– στο ελληνικό στρατόπεδο (Ρ, 715 κ.ε.).
Στους αθλητικούς αγώνες που έγιναν προς τιμή του νεκρού Πατρόκλου, στα "άθλα επί Πατρόκλω", ο Αίας πήρε μέρος σε τρία αγωνίσματα, χωρίς ωστόσο να μπορέσει να αναδειχτεί σε κάποιο νικητής. Στην πάλη αγωνίστηκε με τον Οδυσσέα και οι δύο αντίπαλοι ανακηρύχτηκαν ισόπαλοι (Ψ, 700-739). Στο κοντάρι αναμετρήθηκε με το Διομήδη. Το αγώνισμα όμως αυτό διακόπηκε, γιατί υπήρχε φόβος κάποιος από τους αντιπάλους να σκοτωθεί. Ο Αχιλλέας πάντως έδωσε το έπαθλο στο Διομήδη (Ψ, 811-825). Τέλος, στη δισκοβολία ο Αίας ήρθε δεύτερος, ενώ πρώτος ήρθε ο Πολυποίτης (Ψ, 826-849).
Όταν σκοτώθηκε ο Αχιλλέας, έγινε για το σώμα και την πανοπλία του νεκρού ήρωα πολύ μεγάλος αγώνας. Εδώ ξεχώρισαν, από τη μεριά των Ελλήνων, ο Οδυσσέας και ο Αίας: ο πρώτος κατόρθωσε να συγκρατήσει πολεμώντας τους επιτιθέμενους Τρώες και ο δεύτερος πήρε στις πλάτες του το νεκρό και τον μετέφερε στο ελληνικό στρατόπεδο. Κι αμέσως μετά δημιουργήθηκε ένα σοβαρό θέμα: ποιος θα έπαιρνε τώρα τα θεϊκά όπλα του Αχιλλέα, τα κατασκευασμένα από τον Ήφαιστο;
Οι διεκδικητές ήταν ο Οδυσσέας, που είχε αγωνιστεί για να κρατήσει τους Τρώες μακριά από το σώμα του Αχιλλέα, και ο Αίας, που είχε μεταφέρει στις πλάτες το νεκρό ήρωα. Ανάμεσά τους ξέσπασε πολύ έντονη διαμάχη, γιατί και οι δύο ποθούσαν να αποκτήσουν τα μοναδικά και πολύτιμα όπλα. Το θέμα τέθηκε σε διαιτησία και κριτές ορίστηκαν οι δύο Ατρείδες, ο Αγαμέμνων και ο Μενέλαος. Σύμφωνα με μια εκδοχή, ερευνήθηκε και η γνώμη των Τρώων, για να διαπιστωθεί ποιος από τους δύο διεκδικητές τούς είχε προκαλέσει μεγαλύτερη ζημία. Τελικά αποφασίστηκε να πάρει τα όπλα ο Οδυσσέας, όπως άλλωστε επιθυμούσε και η θεά Αθηνά, που τον υποστήριζε.
Η απόφαση αυτή τάραξε τον Αίαντα και η τυφλή οργή που τον κυρίεψε τον οδήγησε στο σημείο να επιχειρήσει τη νύχτα να σκοτώσει τους Ατρείδες και τον Οδυσσέα, και γενικά να κάνει κακό στους Αχαιούς, που πίστευε ότι τον αδίκησαν. Η θεά Αθηνά όμως σκότισε το μυαλό του και στην παραφροσύνη του ο Αίας έπεσε πάνω στα κοπάδια των προβάτων κι άρχισε να τα σφάζει, νομίζοντας ότι σκοτώνει τους εχθρούς του. Όταν συνήλθε και κατάλαβε τί είχε κάνει, αυτοκτόνησε από ντροπή και απελπισία πέφτοντας πάνω στο σπαθί του. Κατά τη "Μικρή Ιλιάδα", ο Αγαμέμνων απαγόρεψε να καεί το σώμα του στην πυρά με νεκρικές τιμές και ο Αίας θάφτηκε εκεί, στο ακρωτήρι Ροίτειο της Τρωάδας. Τέτοιο τραγικό και ατιμωτικό τέλος, ανάξιο της ανδρείας και των αγώνων του, είχε ο μεγάλος αυτός ήρωας, το "έρκος" των Αχαιών.
Στον Κάτω Κόσμο, όπου πήγε ο Οδυσσέας να συμβουλευτεί το μάντη Τειρεσία για την επιστροφή του στην Ιθάκη, συνάντησε και το νεκρό Αίαντα. Κι ενώ οι ψυχές των άλλων πεθαμένων πλησίαζαν και μιλούσαν με τον Οδυσσέα, ο Αίας στεκόταν μακριά, χολωμένος. Ο βασιλιάς της Ιθάκης τού μίλησε και προσπάθησε να τον μεταπείσει. Τα λόγια του τα διαβάζουμε στο λ της Οδύσσειας (στ. 553-562):
" Αίαντα, του λιοντόκαρδου του Τελαμώνα θρέμμα,
μήτε νεκρός το πάθος σου δεν ξέχασες, που μου ’χεις
γι' αυτά τα έρμα τ' άρματα, που τα ’βγαλε στη μέση
για συμφορά των Αχαιών μεγάλη ο γιος του Κρόνου,
και τέτοιο πύργο χάσαμε κι όλοι σε κλαίμε πάντα
που πέθανες, ως κλάψαμε και το γοργό Αχιλλέα.
Όμως δε φταίει άλλος κανείς, μόνο ο μεγάλος Δίας,
που το στρατό κατάτρεξε των Αχαιών περίσσια
και σ' έριξε στη μαύρη γη. Μόν' έλα, βασιλιά μου,
να μιληθούμε, δάμασε το πάθος της καρδιάς σου."
Όμως η ψυχή του Αίαντα δεν πλησίασε ούτε απάντησε, αλλά χάθηκε με τις άλλες ψυχές στο βαθύ σκοτάδι. Ο Τελαμώνιος Αίας λατρεύτηκε στην πατρίδα του τη Σαλαμίνα, όπου υπήρχε ιερό του. Στον Ηρόδοτο διαβάζουμε ότι οι Έλληνες, πριν από τη ναυμαχία στη Σαλαμίνα, έκαναν ευχές, εκτός από τους άλλους θεούς, και στους τοπικούς ήρωες Αίαντα και Τελαμώνα για να τους δώσουν τη νίκη (VΙΙΙ, 64). Και μετά τη ναυμαχία αφιέρωσαν τρία φοινικικά πλοία που αιχμαλώτισαν: το ένα στον Ισθμό, το άλλο στο Σούνιο και το τρίτο στον Αίαντα, στη Σαλαμίνα (VΙΙΙ, 121). Τον ήρωα τιμούσαν και στην Αθήνα και είχαν δώσει το όνομά του σε μία από τις δέκα φυλές της Αττικής, την Αιαντίδα.
Η ζωή, τα κατορθώματα και, κυρίως, το τραγικό τέλος του Τελαμώνιου Αίαντα ήταν θέματα αγαπητά στην αρχαία τέχνη. Ο Σοφοκλής έγραψε την τραγωδία "Αίας", που είναι ένα από τα επτά σωζόμενα έργα του.Πολλές παραστάσεις, τέλος, από τη ζωή του ήρωα έχουμε σε αγγειογραφίες και μια από τις ωραιότερες και πιο γνωστές είναι εκείνη του μελανόμορφου αμφορέα του Εξηκία, όπου εικονίζονται οι δύο μεγαλύτεροι τρωικοί ήρωες, ο Αίας και ο Αχιλλέας, να έχουν αποθέσει σ' ένα διάλειμμα της μάχης τα όπλα τους και να παίζουν ένα "επιτραπέζιο" παιχνίδι με ζάρια.

Ό Διόνυσος λεγόταν καί Βάγχος, Θεός – ημίθεος – άνθρωπος, προσωποποίηση τών γονιμοποιών δυνάμεων τής γής καί ειδικότερα προστάτης τής αμπέλου. Εγεννήθη στήν Θήβα από τήν θνητή Σεμέλη κόρη τού Κάδμου καί από τόν Δία. Γεννήθηκε πρόωρα καί συνεχίστηκε ή κυοφορία του στό μηρό τού Δία. Τόν ανέθρεψαν οί νύμφες τού όρους Νύσα. Όταν ανδρώθηκε μέ συνοδεία στρατού Σατύρων καί Μαινάδων, ξεκίνησε γιά εξτρατεία στήν ανατολή όπου καί ήταν νικηφόρα. Ό Διόνυσος πάταξε κάθε εχθρό ή μέλλουσα απειλή γιά τούς Έλληνες, φθάνοντας στό υψηλότερο όρος τής γής ονομάζοντάς το «(Θ)είον (Ι)ερό (Β)ασιλείο (Ε)λλήνων (Τ)ύμβος», Θιβέτ. Ό Νόννος ό λεγόμενος Πανοπολίτης, Αιγύπτιος επικός ποιητής τού 3ου αί.μχ έγραψε τά Διονυσιακά, τά Βασσαρικά καί τήν Γιγαντομαχία. Τά Διονυσιακά είναι τό μεγαλύτερο διασωθέν έπος: 21000 στίχοι μέ 48 Ραψωδίες. Κεντρικό θέμα, ή εξτρατεία τού Διονύσου είς Ινδίας. Περιγράφονται οί νικηφόρες περιπέτειες τού Διονύσου, οί μάχες, οί θρίαμβοι, τά ηρωικά κατορθώματα, οί αθλητικοί αγώνες κ.α.Ό Νόννος είχε πρόσβασι στά απόρρητα αρχεία τών Αιγυπτιακών ναών. Οί στίχοι καταπλήσσουν μέ τήν πλουσιότητα τού λεξιλογίου άν καί είναι καθηλωμένοι σέ κανόνες πού ό ίδιος θέσπισε. Είναι φανερό ότι προσπαθεί νά μιμηθή τόν Όμηρο, στερείται όμως τού θείου σπινθήρος. Ό Διόνυσος καί ή λατρεία του μετεδόθη μέ ταχύτητα απίστευτη είς τόν Πανάρχαιο ΄Ελληνα. Ήταν ή πιό πιστότερη επέκταση τού εαυτού του. Ό Θεός τού χάους καί τής τάξης. Εισάγει τήν έξταση καί τόν χορό. Τούς χειμερινούς μήνες αντικαθιστούσε τόν Απόλλωνα. Έγινε πανελλήνιος Θεός καί από εκείνον δημιουργήθηκε τό Θέατρο. Συνδέθηκε μέ τήν Ορφική λατρεία καί απετέλεσε μία εσωτερική λατρεία (Ορφικοδιονυσιασμός) στήν γενική Εθνική τών Ολυμπίων. Ό τάφος του βρισκόταν στόν Ναό τού Απόλλωνος. Ταυτιζόταν μέ τόν Ζαγκρέα. Γιά τόν θάνατό του, ευθύνεται ή Ήρα.
Σ’αυτήν λοιπόν τήν εποχή τών Ημιθέων, τά παιδιά καί τά εγγόνια τών Θεών, εβασίλεψαν απάσης τής Ελλάδος καί τού κόσμου ολόκληρου.
• Βασιλεύς τού Άργους ό Ιναχός, υιός τού Ουρανού καί τής Τηθύος.
• Ό Λέλεξ Βασιλεύς τής Λακωνίας.
• Ό Πελασγός Βασιλεύς τής Αρκαδίας υιός τού Διός καί τής Νιόβης.
• Στήν Αττική ό Ερεχθεύς υιός τού Διός.
• Στήν Αθήνα ό Κέκροπας, υιός τής Γαίας.
• Ό Αίακος υιός τού Διός στήν Αίγινα.
• Ό Μίνωας καί ό Ραδάμανθυς, επίσης παίδες τού Διός εβασίλευαν στήν Κρήτη.
• ό Ίων βασιλεύς τής Αττικής
• Άχανδρος, Αρχιτέλης παίδες τού Αχαιού, βασιλικά μέλη τού Άργους.

Ατρείδες. Έτσι ονομάζονταν οι απόγονοι του Ατρέα, ιδρυτή του βασιλικού οίκου των Ατρειδών. Ο οίκος αυτός βασίλεψε στις Μυκήνες από το 12ο αι. π.Χ. ως τις αρχές του 9ου αι. π.Χ. Οι Ατρείδες ονομάζονταν και Πελοπίδες, από τον πατέρα του Ατρέα Πέλοπα, αλλά και Τανταλίδες, από τον πατέρα του Πέλοπα Τάνταλο. Ο κατεξοχήν Ατρείδης ήταν ο γιος του Ατρέα Αγαμέμνονας, που ανέβηκε στο θρόνο των Μυκηνών μετά το Θυέστη. Τον Αγαμέμνονα σκότωσε και σφετερίστηκε το θρόνο του ο Αίγισθος, ο γιος του Θυέστη. Αυτόν εκδικήθηκε ο Ορέστης, ο γιος του Αγαμέμνονα, που έγινε και βασιλιάς των Μυκηνών. Διάδοχός του υπήρξε ο γιος του Τισαμενός. Αυτός βασίλεψε 22 χρόνια και ήταν ο τελευταίος βασιλιάς των Μυκηνών. Στη γενιά των Ατρειδών ανήκουν και ο βασιλιάς της Σπάρτης Μενέλαος (αδερφός του Αγαμέμνονα) και οι τρεις κόρες του Αγαμέμνονα, Χρυσόθεμις, Λαοδίκη (Ηλέκτρα) και Ιφιάνασσα (Ιφιγένεια). Λέγεται ότι όταν ο Ατρέας με το Θυέστη σκότωσαν τον ετεροθαλή αδελφό τους Χρύσιππο, ο πατέρας τους Πέλοπας τους έδιωξε και τους καταράστηκε. Αυτή η πατρική κατάρα στάθηκε η αιτία της φοβερής μοίρας που βάρυνε όχι μόνο τη ζωή των δύο ηρώων, αλλά απλώθηκε και στους απογόνους τους. Έτσι λοιπόν οι Ατρείδες έζησαν απερίγραπτες συμφορές. Τα παθήματά τους και η βαριά μοίρα της οικογένειας των Ατρειδών υπήρξαν πηγή έμπνευσης για τους μεγάλους τραγικούς ποιητές του 5ου π.Χ. αι. και μια σειρά τραγωδίες γράφτηκαν με ήρωες μέλη της.
Αιακίδες. Έτσι ονομάστηκαν οι απόγονοι του Αιακού, το γένος των οποίων ήταν από τα πιο ένδοξα της αρχαιότητας. Στους Αιακίδες συγκαταλέγονταν μυθικά πρόσωπα, όπως τα παιδιά του Αιακού Πηλέας, Τελαμώνας και Φώκος και οι απόγονοί τους Αχιλλέας, Αίας, Τεύκρος, Πανοπέας, Επειός, Πυλάδης, Νεοπτόλεμος κ.ά., αλλά και ιστορικά πρόσωπα, όπως ο Μιλτιάδης, ο Κίμων, οι βασιλιάδες των Μολοσσών της Ηπείρου από το Νεοπτόλεμο, ο Μ. Αλέξανδρος από τη μητέρα του Ολυμπιάδα, ο βασιλιάς της Ηπείρου Πύρρος, οι βασιλιάδες της Σαλαμίνας της Κύπρου ως τον Ευαγόρα, από τον Τεύκρο, κ.ά.
Οι μυθικοί Αιακίδες λατρεύονταν στη Σαλαμίνα και στην Αίγινα και τη βοήθειά τους επικαλέστηκαν οι Έλληνες πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, το 480 π.Χ. (Ηρόδ., ΥΙΙΙ, 64).
Αλωάδες ή Αλωίδες. Πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας, δίδυμα αδέρφια. Ήταν οι γίγαντες Ώτος και Εφιάλτης, γιοι του Αλωέα και της Ιφιμέδειας. Η σωματική τους ανάπτυξη ήταν αλματώδης και κάθε μήνα μεγάλωναν κατά εννιά δακτύλους. Κήρυξαν τον πόλεμο στους θεούς του Ολύμπου και είχαν σκοπό τους να στοιβάξουν το βουνό Όσσα πάνω στον Όλυμπο και το Πήλιο πάνω στην Όσσα για να ανεβούν έτσι στον ουρανό. Θα εκτελούσαν το σχέδιό τους, όταν θα γίνονταν έφηβοι, αλλά ο θεός Απόλλωνας τους σκότωσε.
Μια παράτολμη πράξη των Αλωαδών ήταν η σύλληψη του Άρη και το κλείσιμό του επί 13 μήνες μέσα σε ένα χάλκινο πιθάρι. Ο Ερμής, με τη βοήθεια της Mερίβοιας, έκλεψε το φυλακισμένο θεό, που ήταν σχεδόν νεκρός από τα βασανιστήρια, και τον έσωσε.
Οι Αλωάδες θεωρούνται ιδρυτές διαφόρων πόλεων, όπως της Άσκρας στη Βοιωτία
Αμαδρυάδες. Γενική ονομασία των νυμφών των δασών και των αλσών, στην αρχαία ελληνική μυθολογία. Ο αριθμός τους συγκριτικά με τις Νηρηίδες και Ναϊάδες ήταν μικρότερος. Κάθε Αμαδρυάδα γεννιόνταν μαζί με ένα δέντρο και η ζωή τους τελείωνε με το θάνατο του δέντρου. Αυτή ήταν η πιο σημαντική τους διαφορά από τις αθάνατες Νηρηίδες. Γενικά, για τη φύση και τη ζωή των νυμφών αυτών γινόταν λόγος στον ομηρικό ύμνο για την Αφροδίτη. Από πολλούς ερευνητές πιστεύεται ότι δεν υπήρχε ουσιαστική διαφορά μεταξύ Δρυάδων και Αμαδρυάδων, όμως είναι βέβαιο ότι οι Δρυάδες ήταν νύμφες περιπλανώμενες, ενώ οι Αμαδρυάδες ήταν καθηλωμένες στα δέντρα τους και αποτελούσαν την ψυχή αυτών των δέντρων.
Ό Αίολος είχε επτά υιούς : τόν Κρηθέα, τόν Σίσυφο, τόν Αθάμα (πατέρας Φρίξου), τόν Σαλμωνέα, τόν Δήϊωνα, τόν Μάγνη, καί τόν Περιήρη. Είχε επίσης καί πέντε κόρες : τήν Κανάκη, τήν Αλκυόνη, τήν Πεισιδίκη, τήν Καλύκη καί τήν Περιμήδη. Άπασα δέ αυτή τού Αιόλου ή γενεά μετώκε έκ Θεσσαλίας είς διαφόρους Βοιωτικάς καί Πελοποννησιακάς καί Αιτωλικάς πόλεις.

No comments:

Post a Comment